Pdf

2012-02

Χόνετ: Το δικαίωμα της ελευθερίας

Axel Honneth: Das Recht der Freiheit. Grundriß einer demokratischen Sittlichkeit. Frankfurt: Suhrkamp 2011, 628 σ., 34 €.



Κρίνει ο Κώστας Μάρας (Institute for Advanced Study of the Humanities, Essen)
Konstandinos.Maras@kwi-nrw.de

Πώς και σε ποιο βαθμό πραγματώνεται η ελευθερία στον σύγχρονο κόσμο; Διευρύνοντας το κοινωνικοφιλοσοφικό του πρόγραμμα της θεωρίας της αναγνώρισης (Anerkennung), ο Άξελ Χόνετ επιχειρεί στη μελέτη αυτή να καταδείξει τις μορφές κοινωνικής δικαιοσύνης που λαμβάνει στις διαφορετικές αξιακές σφαίρες κοινωνικής δράσης η αρχή της ελευθερίας – καταστατική συνθήκη πολιτικής συγκρότησης των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Η πολιτικοφιλοσοφική και κοινωνικοπολιτική ανάλυση που δομεί Το δικαίωμα της ελευθερίας. Σχεδίασμα ενός δημοκρατικού συλλογικού ήθους εδράζεται στην πεποίθηση ότι είναι δυνατόν, διαμέσου μιας κανονιστικής ανασυγκρότησης της εξέλιξης του «αγώνα της αναγνώρισης», να εκτιμηθεί ο βαθμός της θεσμικής κατοχύρωσης και κοινωνικής πραγμάτωσης των σύγχρονων δικαιωμάτων ελευθερίας. Κριτικός στόχος του Χόνετ είναι να ανατρέψει την τρέχουσα αντίληψη στο πεδίο της θεωρίας της δικαιοσύνης, η οποία ανάγεται στις φιλοσοφικές παραδοχές του Λοκ και του Καντ και θεωρεί ότι οι κανονιστικές αρχές που σταθμίζουν τον βαθμό ηθικής νομιμοποίησης της κοινωνικής τάξης δεν (πρέπει να) είναι εμμενείς στο πλέγμα θεσμών, κανόνων και πρακτικών, αλλά αυτόνομες και, όσον αφορά τη λογική ισχύ, ανεξάρτητες από τις κοινωνικοϊστορικές τους «εφαρμογές» (σ. 15).

Γι’ αυτό ο Χόνετ επιστρέφει στους προβληματισμούς της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ, ώστε να αναπτύξει μια θεωρία δικαιοσύνης που θα απορρέει από τις δομικές (ηθικοπρακτικά) προϋποθέσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Με την αναγωγή στον Χέγκελ, η θεωρία αυτή θα επιχειρηθεί με τα εργαλεία μιας κοινωνικής ανάλυσης που βασίζεται στις εξής παραδοχές: Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το συστημικό μοντέλο δράσης του Πάρσονς (και στην παράδοση των Χέγκελ, Μαρξ και Βέμπερ), προϋποτίθεται ότι η αναπαραγωγή των κοινωνικών πρακτικών και θεσμών μέχρι σήμερα εδράζεται σε συνθήκες ενός συλλογικού προσανατολισμού σε βασικά ιδανικά και αξίες. Ο αξιακός αυτός προσανατολισμός αποτελεί τρόπον τινά την υπερβατολογική συνθήκη κανονιστικής ενσωμάτωσης, καθώς επιβάλλει τις αξιακές προδιαγραφές ως βηματοδότη υλικής αναπαραγωγής και πολιτισμικής κοινωνικοποίησης. Ως εκ τούτου, η κανονιστική ανασυγκρότηση που επιχειρεί ο Χόνετ λαμβάνει υπόψη μόνο εκείνες τις αξίες και τα ιδανικά που ως κανονιστικές αξιώσεις αποτελούν ταυτόχρονα και συνθήκες αναπαραγωγής των διαφόρων πεδίων κοινωνικής δράσης. Ή διαφορετικά: Η ανασυγκρότηση αφορά την εξέλιξη μόνο εκείνων των κοινωνικών πρακτικών και θεσμών, η κανονιστική διάσταση των οποίων εξυπηρετεί την πραγμάτωση κοινωνικά θεσπισμένων αξιών (σ. 25). Επιπλέον η κριτική διάσταση της προσέγγισης αυτής εντοπίζεται στο ότι το σχεδίασμα της θεωρίας ελευθερίας ως κοινωνικής δικαιοσύνης δεν σκοπεύει μόνο να αναδείξει τις βαθμίδες δικαιοσύνης στο υπάρχον σώμα του συλλογικού ήθους (Sittlichkeit), αλλά και να διεξαγάγει κριτικό έλεγχο στο όνομα των ήδη θεσμοθετημένων αξιών, αναδεικνύοντας έτσι το δυναμικό περαιτέρω εξέλιξης στην πραγμάτωση της ελευθερίας ως κοινωνικού δικαιώματος.

Προτού λοιπόν αναπτυχθεί η θεωρία δικαιοσύνης ως προϊόν κοινωνικής ανάλυσης και ανασυγκρότησης των κανονιστικών συντεταγμένων του σύγχρονου μετα-παραδοσιακού συλλογικού ήθους, πρέπει να οριστούν οι γενικές αξίες που διέπουν την οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών. Αφετηρία αλλά και ύψιστο σημείο αναφοράς για τον Χόνετ δεν μπορεί παρά να είναι η πρωτοκαθεδρία της αξίας της ελευθερίας, νοούμενης ως αυτονομίας του υποκειμένου. Ο λόγος είναι απλός: καμιά κοινωνική ηθική και καμιά κοινωνική κριτική δεν μπορούν να υπερβούν τον αξιακό ορίζοντα της νεωτερικότητας που σφραγίζεται από την άρρηκτη σύνδεση των ιδανικών της δικαιοσύνης, της αυτοβουλίας και της αυτονομίας. Τούτο σημαίνει ότι αυτό που προέχει για την κανονιστική ανασυγκρότηση είναι καταρχάς η (κριτική) εξέταση των μοντέλων κοινωνικής δικαιοσύνης ως μορφών θέσπισης της ατομικής ελευθερίας στο πλαίσιο του ηθικού λόγου των σύγχρονων κοινωνιών. Διευρύνοντας τη δυϊστική διάκριση του Μπερλίν μεταξύ αρνητικής και θετικής ελευθερίας, ο Χόνετ εστιάζει την προσοχή σε τρία πλέγματα νοηματοδότησης και θέσμισης του δικαιώματος ατομικής ελευθερίας: α) στις αρνητικές ελευθερίες της παράδοσης του φιλελευθερισμού, αρχής γενομένης από τον Χομπς, β) στην ελευθερία ως αναστοχαστικό ενέργημα του υποκειμένου που ποδηγετεί (ή, πιο ήπια, προσαρμόζει) τη βούλησή του στον ηθικό νόμο (Καντ), και γ) στο κοινωνικό μοντέλο ελευθερίας, για το οποίο ο θεσμός δημόσιας διαμόρφωσης πολιτικής βούλησης, δηλαδή ο δημόσιος λόγος της διαβουλευτικής δημοκρατίας (Χάμπερμας), δεν αποτελεί απλώς αναγκαία προσθήκη αλλά απαράβατο μέσο και αναγκαία συνθήκη πραγμάτωσης της ελευθερίας.

Η πρώτη κατηγορία δικαιωμάτων ελευθερίας κατάγεται από την αξιακή προϋπόθεση του σύγχρονου φιλελεύθερου ατομικισμού ότι η ελευθερία του υποκειμένου διασφαλίζεται ως στεγανός χώρος άσκησης μιας εγωκεντρικής δράσης απαλλαγμένης από την πίεση λογοδοτικών δεσμεύσεων. Αρνητική είναι αυτή η κατανόηση της ελεύθερης δράσης, διότι δεν τίθεται το ερώτημα αν οι στόχοι που θέτει εκπληρώνουν με τη σειρά τους συνθήκες ελευθερίας: Ανεξάρτητα από το ποιοι υπαρξιακοί στόχοι επιλέγονται και ποιες ατομικές ανάγκες τίθενται προς εκπλήρωση, αποχρών λόγος ελεύθερης δράσης είναι εδώ αποκλειστικά ο αμιγής χώρος βουλησιακά απρόσκοπτης λήψης αποφάσεων. Έτσι ο προστατευμένος χώρος ατομικής βουλησιοκρατίας, αναγκαία ασφαλώς προϋπόθεση υποκειμενικής ελευθερίας, ταυτίζεται με την ικανή συνθήκη ελεύθερης δράσης, δηλαδή με την ικανότητα του υποκειμένου να ορίζει αυτόνομα τους στόχους που επιθυμεί να πραγματώσει στον εξωτερικό κόσμο (σ. 57). Το λάθος αυτό καλείται να διορθώσει η αναστοχαστική νοηματοδότηση της ελευθερίας, η οποία στην καντιανή της εκδοχή προσδένει το ελευθεριακό ενέργημα στην αυτοαναφορικότητα του υποκειμένου. Η ελεύθερη δράση θεωρείται απόρροια της ορθολογικής βούλησης, καθώς τούτη θέτει αφ’ εαυτής (αυτο-νομεί) στόχους, την ορθότητα (γενική/καθολική ισχύ) των οποίων εγγυάται χάρη στον αυτοκριτικό έλεγχο στον οποίο αυτόβουλα τις έχει προκαταρκτικά υποβάλει. Ωστόσο η ελευθερία ως αναστοχαστικό ενέργημα δεν εξαντλείται στον ορθολογικό αυτοέλεγχο (της ηθικά αυτόνομης σκοποθεσίας), αλλά περιέχει και μια άλλη, εξίσου σημαντική διάσταση: Η ελεύθερη βούληση μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί προϊόν της “κάθαρσης” της βούλησης, δηλαδή της ανακάλυψης του αυθεντικού εαυτού (Χέρντερ). Έτσι το μοντέλο της ελευθερίας ως ορθολογικού αυτοκαθορισμού συμπληρώνεται από εκείνο της ελευθερίας ως αυτοπραγμάτωσης (σ. 67).

Αν και είναι δυνατόν να νοηθούν κάποιες συλλογικές μορφές της ελευθερίας ως αυτοκαθορισμού και ως αυτοπραγμάτωσης, ο Χόνετ διαπιστώνει πως και στις δυο εκδοχές του το αναστοχαστικό μοντέλο ελευθερίας αδυνατεί να συμπεριλάβει τις κοινωνικές συνθήκες υλοποίησης της αυτόνομης σκοποθεσίας ως καταστατικού παράγοντα άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας: Στην πρώτη περίπτωση λείπει η θεσμική κατοχύρωση των ηθικών στόχων, στη δεύτερη οι υλικές προϋποθέσεις της εκπλήρωσης των αυθεντικών επιθυμιών του υποκειμένου. Αυτήν ακριβώς την αναγκαία συστοιχία ή, καλύτερα, αδιάσπαστη αλληλοαναφορά μεταξύ ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας/αυτοπραγμάτωσης, δηλαδή την κοινωνική ελευθερία ως συλλογικό ήθος, διακρίνει ο Χόνετ στην εγελιανή Φιλοσοφία του δικαίου: Για τον Χέγκελ η ελευθερία αποκτά πραγματικότητα μόνο στον βαθμό που τα άτομα συμμετέχουν σε θεσμούς, οι κανονιστικές πρακτικές των οποίων διασφαλίζουν σχέσεις αμοιβαίας αναγνώρισης (σ. 89). Το μοντέλο αυτό κοινωνικής ελευθερίας θα ακολουθήσει και ο Μαρξ, για τον οποίο η πρακτική υλοποίηση της (αναστοχαστικής) ελευθερίας αποτελεί κοινωνική διαδικασία αμοιβαίας-συλλογικής διαμεσολάβησης των υποκειμενικών στόχων αυτοπραγμάτωσης. Αν λοιπόν αυτή η κατανόηση της ελευθερίας ως θεσμικά διασφαλισμένης αλληλο-αναγνώρισης (δηλαδή αμοιβαίας πραγμάτωσης της ελευθερίας), άρα και κοινωνικής δικαιοσύνης, προϋποθέτει συγκεκριμένους, κανονιστικά ρυθμιζόμενους θεσμούς και πεδία αλληλόδρασης, τότε το εγχείρημα ανασυγκρότησης του Χόνετ συνίσταται στο να αναδείξει, στο πλαίσιο των ιστορικών μορφών θεσμών και δράσης, εκείνους τους στόχους, στην υλοποίηση των οποίων προσβλέπουν τα υποκείμενα, καθώς δρουν με γνώμονα την ορθολογικά αυτόνομη βούληση αμοιβαίας αυτοπραγμάτωσης (σ. 106).

Με τα εργαλεία αυτής της θεωρητικής “προπαρασκευής”, ο Χόνετ προχωρεί στη συνέχεια στη θεωρητική ανασυγκρότηση των πεδίων κανονιστικών πρακτικών, στα οποία τα δρώντα υποκείμενα άτομα, εκπληρώνοντας αμοιβαία τους στόχους τους, βιώνουν τούτη τη συλλογικότητα ως πραγμάτωση ατομικής ελευθερίας. Στο επίκεντρο της εξέτασης των θεσμικά καταστατικών συνθηκών της ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο τίθενται έτσι α) η δικαιακή τάξη, β) η θεσμοθέτηση της ηθικής αυτονομίας, καθώς και γ) τα πεδία κοινωνικής (επικοινωνιακής) ελευθερίας, όπως οι προσωπικές σχέσεις (φιλία, έρωτας, οικογένεια), η οικονομική δράση (ο θεσμός της αγοράς, η σφαίρα της κατανάλωσης, η αγορά εργασίας) και τέλος η συλλογικότητα δημοκρατικής βούλησης (δημοκρατικός δημόσιος χώρος, κράτος δικαίου, πολιτική κουλτούρα). Ταυτόχρονα ο Χόνετ επιχειρεί και μια κριτική ανασκόπηση του βαθμού πραγμάτωσης της ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο. Ενώ στους δυο πρώτους τομείς εντοπίζει τις παθολογίες (ή ανωμαλίες στην κοινωνική δράση) που συνοδεύουν την αυτονόμηση και αποκλειστική αξίωση των αρνητικών ελευθεριών (σ. 125), στο θέμα της κοινωνικής ελευθερίας ασκεί κριτική στην ελεγκτική αποτίμηση του βαθμού πραγμάτωσης των ελευθεριακών δυναμικών στις διάφορες σφαίρες επικοινωνιακής δράσης των σύγχρονων κοινωνιών.

Το γιατί οι αρνητικές ελευθερίες, αλλά και η ίδια η μονολογική στάση της ηθικής ελευθερίας, οδηγούνται σε παθολογικές ακρότητες, γίνεται άμεσα αντιληπτό, αν εστιάσει κανείς την προσοχή στη ρηγματική για τον ιστό της κοινωνικής ελευθερίας μονομέρεια που συνοδεύει την αυτονόμηση των αξιώσεών τους. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την ολοένα αυξανόμενη σύγχρονη τάση των ατόμων να κινητοποιούν το νομικό οπλοστάσιο κατοχύρωσης ατομικών δικαιωμάτων για τη διευθέτηση κάθε είδους διενέξεων και προβλημάτων – αξίες, νόρμες και ήθη, ως ρυθμιστές διυποκειμενικής συνεννόησης, αντικαθίστανται εδώ από τη στρατηγική στάση της... προσφυγής στα δικαστήρια (σ. 164). Εξίσου παθολογικά μονομερής είναι η προσκόλληση στην ηθικά νομοδοτική αυτάρκεια της αυτόβουλης προσωπικότητας: Παραβλέποντας κοινωνικές δεσμεύσεις, διαπροσωπικές υποχρεώσεις και ομαδικά πρότυπα συμπεριφοράς –εκφάνσεις δηλαδή κανονιστικής γεγονικότητας (Faktizität)– η (καντιανή) προσταγή καθολικής ισχύος των κινητήριων αρχών της ατομικής βούλησης μετατρέπεται σε αδήριτη και αδιάλλακτη υπεράσπιση της γενικής ηθικής νομοθεσίας. Έτσι συναντάμε από τη μια μεριά την προσωπικότητα του αδέκαστου ηθικολόγου και από την άλλη τις διάφορες μορφές ηθικά νομιμοποιούμενης τρομοκρατίας (σ. 207).

Το μεγαλύτερο μέρος στο Δικαίωμα της ελευθερίας (τα δύο τρίτα του βιβλίου) καταλαμβάνει η κανονιστική ανασυγκρότηση και κριτική επισκόπηση της εξέλιξης της κοινωνικής ελευθερίας στα πεδία αλληλόδρασης των σχέσεων, της αγοράς και της πολιτικής δημοσιότητας. Όσον αφορά τις διυποκειμενικές (ερωτικές και οικογενειακές) σχέσεις, ο Χόνετ παρατηρεί πως δύο είναι οι τάσεις που απειλούν την ιδιοσυστασία και χρονική αντοχή αισθηματικών δεσμών: Από τη μια πλευρά, η δυναμική της (εγωκεντρικής) αυτοπραγμάτωσης διαβρώνει τις προϋποθέσεις της στέρεας ερωτικής αλληλοπεριχώρησης, καθώς υποβάλλει στα άτομα ως μοναδικό κριτήριο πλήρωσης της σχέσης (δηλαδή εκπλήρωσης υποκειμενικών επιθυμιών) τα αισθήματα συμπάθειας και έλξης (σ. 273). Από την άλλη, τα σύγχρονα κελεύσματα προσωπικής ελευθερίας (!) και κοινωνικοοικονομικής αυτοπραγμάτωσης, δηλαδή ατομικής πρωτοβουλίας, επιχειρηματικής ετοιμότητας και εργασιακής ευελιξίας, υποσκάπτουν τα θεμέλια της βιωσιμότητας, π.χ., των οικογενειακών δεσμών. Εδώ ο Χόνετ υιοθετεί τη θέση του Χάμπερμας περί αποικιοποίησης του βιόκοσμου από τις συστημικές επιταγές του καπιταλιστικού συστήματος, προσαρμόζοντάς την στην ερμηνεία του αντιφατικού, δηλαδή δυνητικά ανομικού για την κοινωνική δράση, χαρακτήρα της ελευθερίας ως αυτοπραγμάτωσης.

Η οικονομική δράση κατατάσσεται στο πλέγμα των πρακτικών κοινωνικής ελευθερίας, αν και ο Χόνετ επισημαίνει από την αρχή την αμφιταλάντευση της κλασικής οικονομικής θεωρίας του Άνταμ Σμιθ πάνω στο ερώτημα: Αποτελεί ο οικονομικός θεσμός της αγοράς διεύρυνση των αρνητικών ελευθεριών ή, αντίθετα, εμπέδωση κοινωνικής ελευθερίας στον τομέα της οικονομίας; (σ. 319) Το αν η θεσμοθέτηση της οικονομίας της αγοράς απαιτεί μια πλαισίωση αξιακών προσανατολισμών, που δεν εξαντλούνται στην κανονιστική στάση της ατομικής μεγιστοποίησης κέρδους, αποτελεί επίσης το ζητούμενο τόσο στη φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ, όσο και στην κοινωνιολογία της εργασίας του Ντιρκέμ. Αν και ούτε εδώ διευθετείται ικανοποιητικά ο ηθικός χαρακτήρας της οικονομίας της αγοράς, ο Χόνετ ωστόσο πιστεύει πως και οι δυο στοχαστές μετέρχονται ένα είδος κανονιστικού λειτουργισμού, καθώς απορρίπτοντας την αξιολογική ουδετερότητα της αγοράς θεμελιώνουν τη νομιμοποίησή της στην εκπλήρωση προ-αγοραίων αρχών αλληλεγγύης (Ντιρκέμ) και αξιών κοινωνικής αμοιβαιότητας και αναγνώρισης (Χέγκελ). Στον τομέα της αγοράς εργασίας, ειδικότερα, η εμπέδωση της «ηθικής οικονομίας» μεταφράζεται θεσμικά σε μηχανισμούς ισότιμης διαπραγμάτευσης και αμοιβαίας άσκησης ελέγχου στη διαμόρφωση οικονομικών συμφερόντων (σ. 428), καθώς και στην κατοχύρωση (περιορισμένων) δικαιωμάτων συμμετοχής των εργαζομένων στις αποφάσεις των επιχειρήσεων, εργασιακής και μισθολογικής ασφάλειας κ.τ.λ. Αν και ο Χόνετ δεν προσυπογράφει την (μαρξιστικής προέλευσης) κριτική της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, εντούτοις παρατηρεί ότι το μεταπολεμικό μοντέλο του σοσιαλδημοκρατικά “εξημερωμένου” καπιταλισμού έχει τεθεί τις τελευταίες δεκαετίες υπό ριζική αμφισβήτηση, καθώς οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού αποδομούν σταδιακά το κράτος πρόνοιας και επιβάλλουν ως πολιτισμικά ηγεμονική την κατανόηση της οικονομίας όχι πια ως σφαίρας κοινωνικής συνεργασίας, αλλά ως αμιγώς (εγωκεντρικής) ατομικής ελευθερίας (σ. 462) με πλουτοκρατικές συνδηλώσεις. Ενόψει αυτής της καταστροφικής για την κοινωνική ελευθερία εξέλιξης τίθεται λοιπόν εκ νέου ζήτημα ηθικού εκπολιτισμού της καπιταλιστικής αγοράς (σ. 470).

Κεντρικό ρόλο στην ανάληψη του καθήκοντος αυτού καλείται να διαδραματίσει ο τρίτος πυλώνας κοινωνικής άσκησης της ελευθερίας, η συλλογικότητα της δημοκρατικής πολιτικής βούλησης. Ο θεσμός της δημοκρατικής δημοσιότητας αποτελεί μορφή άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας, στον βαθμό που συγκροτεί έναν ενδιάμεσο κοινωνικό χώρο, στον οποίο, διαμέσου της διαβουλευτικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης των πολιτικών λόγων, οι πολίτες διαμορφώνουν εκείνες τις συναινετικές πεποιθήσεις οι οποίες στη συνέχεια συνιστούν γνώμονα κοινοβουλευτικής νομοθεσίας (σ. 471). Αυτή η κανονιστικά ιδεοτυπική ανασυγκρότηση του δημοκρατικού δημόσιου χώρου δεν μπορεί βέβαια να παραβλέψει τον κίνδυνο της μετατροπής της δημοσιότητας από χώρο εθνικής αλληλεγγύης σε φόρουμ διαμόρφωσης ενός επιθετικού και (όχι σπάνια) ρατσιστικού εθνικισμού. Ως αντίδοτο στην παθολογία αυτή, ταυτόχρονα όμως και ως νευραλγικό κόμβο της εξάρτησης του κράτους δικαίου από διαδικασίες επικοινωνιακού σχηματισμού πολιτικής βούλησης, ο Χόνετ επανενεργοποιεί τον «συνταγματικό πατριωτισμό» (Χάμπερμας). Ο όρος παραπέμπει στη συναισθηματική διάσταση της συμμετοχής στη δημοκρατική δημοσιότητα: Οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να συμμετάσχουν ενεργά στη διαδικασία σχηματισμού πολιτικής βούλησης μόνο υπό την προϋπόθεση της ψυχικής ταύτισης με τους στόχους και τις αξίες του δημοκρατικού κράτους. Ωστόσο ο Χόνετ δεν παραβλέπει το γεγονός ότι οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ εθνικισμού και κράτους δικαίου, αλλά και μεταξύ κράτους δικαίου και διεθνοποιημένου καπιταλισμού, δεν είναι επί του παρόντος δυνατόν να αντιμετωπιστούν με τα μέσα του “πεφωτισμένου” αυτού πατριωτισμού (σ. 612). Η αδυναμία του να αποτελέσει βιώσιμη εναλλακτική λύση απέναντι στις εμμενείς εντάσεις στο εσωτερικό της εθνικοκρατικής μορφής πολιτικής αλληλεγγύης ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για τις πιέσεις που δέχονται οι (ευρωπαϊκοί) δημόσιοι χώροι να εκχωρήσουν μέρος της εθνικής κυριαρχίας στην υπερκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συνοψίζοντας, διαπιστώνει κανείς πως Το δικαίωμα της ελευθερίας αποτελεί σημαντικό βήμα στην εμβάθυνση της ηθικοπολιτικής φιλοσοφίας με θεωρητικό άξονα την έννοια της αναγνώρισης. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι επιχειρεί μια θαυμαστού εύρους και αξιοσημείωτης εμβρίθειας κανονιστική ανασυγκρότηση των κοινωνικοπολιτικών σφαιρών, στις οποίες έχουν θεσμοθετηθεί μορφές όχι μόνο ατομικής αλλά και κοινωνικής (επικοινωνιακής) ελευθερίας – τόσο αυτονομίας, όσο και αυτοπραγμάτωσης. Η κινητήρια δύναμη, αλλά και το μέσο της ιστορικής διαδικασίας στην οποία πραγματώνονται θεσμικά οι αρχές της ελευθερίας, δεν είναι πρωταρχικά το δίκαιο, αλλά οι κοινωνικοί αγώνες γύρω από τα επίμαχα ζητήματα της πρέπουσας κατανόησής τους, καθώς και των αλλαγών σε θεσμούς, πρακτικές και συμπεριφορές που απορρέουν από αυτήν (σ. 614).

Αν και ο Χόνετ αναλύει με κριτική οξυδέρκεια παθολογίες, αντιφάσεις και αρνητικές εξελίξεις στην πορεία θεσμικής πραγμάτωσης της κοινωνικής ελευθερίας, εντούτοις, όσον αφορά ειδικά την ελευθεριακή διάσταση του οικονομικού συστήματος της αγοράς, επιδεικνύει κάποια, αν όχι αδικαιολόγητη, σίγουρα πάντως κατακριτέα βιασύνη στο να αποδώσει τη μαρξιστική κριτική του καπιταλισμού με όρους ηθικής οικονομίας που προέρχονται από το θεωρητικό οπλοστάσιο των Χέγκελ και Ντιρκέμ. Είναι βέβαια αλήθεια πως επί του παρόντος δεν διαφαίνονται προοπτικές αντικατάστασης της καπιταλιστικής αγοράς από κοινωνικές μορφές διεύθυνσης και ελέγχου του οικονομικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, η συσσώρευση οικονομικών κρίσεων τα τελευταία χρόνια μπορεί κάλλιστα να ερμηνευτεί ως το καθήκον που τίθεται στην ανθρωπότητα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο κοινωνικών αγώνων για μια πληρέστερη μορφή πραγμάτωσης του δικαιώματος της ελευθερίας. Άλλωστε τι μας εμποδίζει να θεωρήσουμε τα συγκαιρινά κρισιακά φαινόμενα ως (αρνητικά) «ιστορικά σημεία» (Καντ), ενδείξεις της δυνατότητας, αλλά και αξιακής αναγκαιότητας, ενός άλλου ιστορικού ορίζοντα;



Δημοσιεύθηκε: 28.2.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Μάρας, Κ.: (Βιβλιοκρισία του:) Axel Honneth: Das Recht der Freiheit. Grundriß einer demokratischen Sittlichkeit (Frankfurt: Suhrkamp 2011). Κριτικά 2012-02, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-02.html>.



ISSN 1791-776X