Pdf

2012-04

Ήγκλετον: Περί θεού

Terry Eagleton: Λογική, πίστη και επανάσταση. Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη (μτφρ. Π. Γεωργίου). Αθήνα: Πατάκης 2011, 237 σ., 14 €.



Κρίνει ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου (Δρ Κοινωνιολογίας)
Sociology.panteion@gmail.com

Ο Τ. Ήγκλετον, καθηγητής στο Τμήμα της Αγγλικής Λογοτεχνίας και Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου του Λάνκαστερ, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μαρξιστές στοχαστές όχι μόνο στην Βρετανία, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το έργο του είναι γνωστό και στο ελληνικό κοινό, καθώς μετά το 2002 κυκλοφορεί ένα βιβλίο του σχεδόν κάθε χρόνο.

Το παρόν έργο του αποτελεί έκδοση των τεσσάρων διαλέξεων τις οποίες έδωσε τον Απρίλιο του 2008 στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, στο πλαίσιο των ετήσιων διαλέξεων The Dwight H.Terry Lectureship [1]. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φορέας που διοργανώνει τις εν λόγω διαλέξεις, αν και φιλελεύθερος, επιδιώκει μια συζήτηση περί της θρησκείας υπό το φως της επιστήμης και της φιλοσοφίας· στους βασικούς του στόχους συγκαταλέγεται η γαλούχηση του χριστιανικού πνεύματος υπό το άπλετο φως της γνώσης του κόσμου (σ. 15-6). Αυτό σε καμία περίπτωση δεν τον καθιστά έναν δογματικό ή φανατικό οργανισμό. Πρόκειται, όμως, για έναν οργανισμό που θεωρεί τη θρησκεία πολύ σημαντική και άξια προστασίας από τις όποιες επιθέσεις δέχεται, υποστηρίζοντας την αντίληψη ότι θρησκεία και επιστήμη μπορούν να συμβαδίζουν, αλλά με την επιστήμη να επέχει μάλλον τη θέση προστάτιδας ή θεραπαινίδας της θρησκείας. Και αυτό έχει τη σημασία του τόσο για την επιλογή των ομιλητών όσο και για το περιεχόμενο των ομιλιών.

Το αντικείμενο του Ήγκλετον σε αυτό το βιβλίο είναι η περί θεού διαμάχη, έτσι όπως αυτή έχει αναζωπυρωθεί τα τελευταία χρόνια τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, κυρίως μετά την έκδοση του βιβλίου του Ρ. Ντόκινς Η περί θεού αυταπάτη (Αθήνα: Κάτοπτρο 2007). Οι νέοι αθεϊστές, όπως συνήθως ονομάζονται, υποστηρίζουν πλέον δυναμικά τις θέσεις τους με πύρινα άρθρα και βιβλία, διαλέξεις, δημόσιες παρεμβάσεις, ακόμα και με διαφημίσεις (τουλάχιστον στην Βρετανία). Σε αυτήν τη διαμάχη φιλοδοξεί να συμβάλει ο Τ. Ήγκλετον με το παρόν έργο του, επικεντρώνοντας ωστόσο το ενδιαφέρον του κατά βάση σε δύο συγγραφείς: στον Ρ. Ντόκινς και τον Κ. Χίτσενς, στους οποίους ειρωνικά αναφέρεται ως Ντίτσκινς (σ. 19), και ειδικότερα στα βιβλία τους Η περί θεού αυταπάτη και Ο θεός δεν είναι μεγάλος (Αθήνα: Scripta 2008) αντιστοίχως. Το βιβλίο αποτελείται από έναν πρόλογο και τέσσερα κεφάλαια, τα οποία αντιστοιχούν στις τέσσερις διαλέξεις του Ήγκλετον στο Γέιλ.

Από την αρχή του βιβλίου ο Ήγκλετον αποκαλύπτει την άγνοια του για το θέμα που πρόκειται να πραγματευθεί, δηλαδή τις σχέσεις θρησκείας και επιστήμης (σ. 18), αλλά παρά ταύτα δεν πτοείται, ακολουθώντας προφανώς τη ρήση «αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία». Όπως προαναφέρθηκε, ο Ήγκλετον επικεντρώνει το ενδιαφέρον και την πολεμική του στους Ντόκινς και Χίτσενς, σαν να είναι αυτοί οι εκπρόσωποι του σύγχρονου αθεϊσμού (αν μπορούμε να κάνουμε χρήση αυτού του όρου). Δυστυχώς παρακάμπτει (δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι δεν γνωρίζει) άλλες μελέτες για το θέμα και μόνο ονομαστικά αναφέρει κάποιες εξ αυτών (π.χ. D. Dennett, Απομυθοποίηση, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2007). Επίσης, απουσιάζουν αναφορές σε γαλλικά έργα, όπως του Μ. Ονφρέ, του Α. Κοντ-Σπονβίλ ή του Ζ. Μινουά [2], και αυτό αποτελεί σοβαρή παράλειψη.

Στην αρχή του κειμένου του αναφέρει εξομολογητικά ότι ανατράφηκε ως κοινός Ρωμαιοκαθολικός ιρλανδικής καταγωγής στην εργατική τάξη της Αγγλίας (σ. 20), και φαίνεται ότι η ανατροφή αυτή τον οδηγεί να μιλάει ως πιστός και όχι ως αντικειμενικός κριτής της θρησκείας. Η αρχική του διαπίστωση είναι ότι οι Ντόκινς και Χίτσενς βλέπουν μόνο τα αρνητικά του χριστιανισμού και αγνοούν ότι ο θεός κατά τη χριστιανική θρησκεία είναι αυτό που στεριώνει με την αγάπη του το Είναι όλων των πραγμάτων (σ. 25) και ότι έφτιαξε τον άνθρωπο ως δώρο, πλεονασμό και χαριστική χειρονομία (σ. 26). Εάν οι Ντόκινς και Χίτσενς επικεντρώνονται στα αρνητικά της θρησκείας, ο Ήγκλετον υποπίπτει στο αντίστροφο σφάλμα παρουσιάζοντας τον θεό ως θεό αγάπης και μόνο. Ο θεός για τον Ήγκλετον είναι άκρατη ελευθερία και μας έχει πλάσει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, με αποτέλεσμα να είμαστε και εμείς τόσο ελεύθεροι που να μπορούμε να τον απορρίψουμε, γεγονός το οποίο χαρακτηρίζεται ως εκθαμβωτικά μεγαλόκαρδη χειρονομία εκ μέρους του (σ. 37). Αποκρύπτει, όμως, ο Ήγκλετον ότι η άρνηση του θεού σημαίνει τιμωρία και καταδίκη, διότι τότε χάνεται ο παράδεισος, ενώ ταυτόχρονα δεν συζητά την παρουσία του ζηλόφθονα και βίαιου θεού της Παλαιάς Διαθήκης που διακηρύσσει ότι δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από αυτόν. Παρόμοια στάση τηρεί σε όλο το κείμενο παρουσιάζοντας τη χριστιανική θρησκεία, καθώς σε αυτήν επικεντρώνεται, ως αποκλειστικά θρησκεία αγάπης. Όπως λέει χαρακτηριστικά, το μήνυμα του Ιησού είναι ότι «ο θεός δεν είναι ούτε δικαστής, πατριάρχης ή κατήγορος, ούτε υπερεγώ, αλλά εραστής, φίλος, συγκατηγορούμενος και συνήγορος υπεράσπισης» (σ. 40-1). Γεννάται, συνεπώς, η απορία με τι είδους γυαλιά διαβάζει ο συγγραφέας την Παλαιά Διαθήκη, αν και δεν φαίνεται να την λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα· επιπλέον, δεν διευκρινίζεται εάν ο θεός είναι φίλος, εραστής και συνήγορος στους “δικούς” του ανθρώπους ή σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως θρησκείας και πεποιθήσεων, καθώς και πώς αυτό αποδεικνύεται.

Σε όλο το βιβλίο, ο Ήγκλετον γράφει ως πιστός· ως πιστός φιλελεύθερος, προοδευτικός ή ανθρωπιστής, αλλά πάντα ως πιστός που αποζητά να επαναφέρει την αληθινή πίστη, τον αγνό χριστιανισμό, ο οποίος κατά την εκτίμησή του ήταν επαναστατικός στη θεμελίωσή του. Γι’ αυτό και αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο σε αυτή την «προδομένη επανάσταση» – θέμα που διατρέχει όλο το βιβλίο, ρητά ή υπόρρητα. Το πιο ακραίο, πάντως, δείγμα της θρησκευτικής του προσήλωσης είναι η θέση του ότι «ο όρος “αθεϊστικός ανθρωπισμός” δεν είναι τόσο λανθασμένος, όσο οξύμωρος, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει εντελής ανθρωπιά χωρίς τον θεό» (σ. 50-1). Πρόκειται για μια αντίληψη που διαχωρίζει κατ’ ουσίαν τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς με βάση το αν πιστεύουν ή όχι στον θεό.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, λοιπόν, που τιτλοφορείται «η προδομένη επανάσταση», και αφού εκφράζει την άποψη ότι η θεολογία είναι η βασίλισσα των επιστημών (σ. 76) χωρίς σε καμία περίπτωση να εξηγεί και να αναπτύσσει την εν λόγω θέση ικανοποιητικά, ο Ήγκλετον επικρίνει τον Χίτσενς και όσους αντιμετωπίζουν τον θεό ως ον οργίλο, ζηλόφθονο και αιμοχαρές που μαθαίνει τους ανθρώπους να νιώθουν άχρηστοι (σ. 77), θεωρώντας ότι πρόκειται για χονδροειδείς διαστρεβλώσεις της χριστιανικής πίστης. Αν και παραδέχεται ότι η χριστιανική εκκλησία εν ονόματι του Ιησού έχει ασκήσει βία στο πέρασμα των αιώνων (σ. 84), φαίνεται να αρνείται ότι η Βίβλος βρίθει περιγραφών και ιστοριών βίας, μίσους, και φθόνου εκ μέρους του θεού. Τουναντίον, θεωρεί ότι ο Χίτσενς αποκρύπτει το γεγονός ότι ο θεός της Π.Δ. μιλάει για αλληλεγγύη και συμπάθεια. Δυστυχώς, δεν παραθέτει ούτε ένα χωρίο για να υποστηρίξει τη θέση αυτή, ούτε διευκρινίζει εάν αυτή η αλληλεγγύη και συμπάθεια αφορά όλα τα ανθρώπινα όντα, ή μόνο όσους ακολουθούν και υποτάσσονται στον θεό της Π.Δ., είναι δηλαδή πιστοί υπήκοοί του.

Ο Ήγκλετον σε κανένα σημείο δεν αρνείται την πίστη του στον θεό και τη συμπάθειά του για τη θρησκεία. Τι είναι όμως αυτό το οποίο εν τέλει πρεσβεύει; Ο ίδιος λέει ότι «θα δίσταζα να ονομάσω την ερμηνεία της χριστιανικής πίστης, την οποία μόλις παρέθεσα, θεολογία της απελευθέρωσης. Κάθε αυθεντική θεολογία είναι θεολογία της απελευθέρωσης. Και ούτε τη συνιστώ ως κατ’ ανάγκην αληθινή επειδή μπορεί κάλλιστα να μην είναι. Μπορεί να μην είναι πιο εύλογη από τις νεράιδες και τα ξωτικά (σ. 56) [...] όποιος ωστόσο την ενστερνίζεται είναι κατά τη γνώμη μου άξιος σεβασμού» (σ. 57) [...] Θεωρώ την ερμηνεία της χριστιανικής πίστης που σκιαγράφησα απολύτως ορθόδοξη, σύμφωνη με τις γραφές και παραδοσιακή (σ. 73). Βεβαίως, η πλειονότητα όχι μόνο των αξιωματούχων των θρησκειών αλλά και των πιστών θα απέρριπτε ασυζητητί αυτή τη θέση θεωρώντας την μάλλον αιρετική, αλλά αυτό ίσως να είναι υπέρ του Ήγκλετον.

Κατά τον Ήγκλετον, όπως ο σταλινισμός, έτσι και ο χριστιανισμός είναι ένα ιστορικό κίνημα που πρόδωσε με τον ποταπότερο τρόπο τις επαναστατικές του καταβολές (σ. 82). Εξιδανικεύει με άλλα λόγια τον χριστιανισμό, αναζητώντας και νοσταλγώντας έναν χριστιανισμό που ίσως να μην υπήρξε ποτέ, πηγαίνοντας πίσω στις αυθεντικές ρίζες της χριστιανικής διδασκαλίας σε μια αντίληψη του χριστιανισμού όχι φανατική, αλλά φιλελεύθερη και εξιδανικευτική – ωστόσο εξίσου “φονταμενταλιστική”, με την έννοια της επιστροφής στα “θεμέλια”. Διαβάζοντας τον χριστιανισμό με σύγχρονους πολιτικούς-μαρξικούς όρους, υποστηρίζει ότι «έχει μετατραπεί σε θρήσκευμα των ευκατάστατων προαστίων αντί να εκπροσωπεί τη συγκλονιστική υπόσχεση που προσφέρθηκε στους ανυπόλυπτους της κοινωνίας και στους μυστικούς αντι-αποικιοκράτες μαχητές με τους οποίους έκανε παρέα ο Ιησούς» (σ. 83). Δεν συζητά, όμως, εάν υπήρχε δυνατότητα να επικρατήσει ο χριστιανισμός δίχως τη σύμπραξή του με την πολιτική εξουσία και δίχως την ίδια τη χριστιανική Εκκλησία. Πρόκειται για την επαναφορά αντιλήψεων ιδίως των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίες επιχειρούσαν μια ανάγνωση του χριστιανισμού ως κοινωνικού κινήματος υπό την οπτική της ανάδυσης της σοσιαλιστικής και κομουνιστικής κοσμοθεωρίας. Φτάνει δε στο σημείο να προτείνει στην αριστερά και στους ριζοσπάστες να συμβουλευτούν τις γραφές, «διότι εκεί θα ανακαλύψουν ορισμένες πολύτιμες εναισθητικές γνώσεις για την ανθρώπινη χειραφέτηση σε μια εποχή που η πολιτική αριστερά βρίσκεται σε δεινή ανάγκη για καλές ιδέες» (σ. 12)!

Με μια ιδιάζουσα επιχειρηματολογία επικρίνει τον Ντόκινς, διότι αγνοεί ότι τη γενναία εκστρατεία του κατά της δεισιδαιμονίας την κληρονόμησε εν μέρει από τον ίδιο τον χριστιανισμό, ο οποίος απέρριπτε όλους τους ψευδείς θεούς και προφήτες, όλα τα είδωλα, τα μαγικά αντικείμενα και τα τελετουργικά της ανθρώπινης σάρκας και του ανθρώπινου αίματος (σ. 100). Ο Ήγκλετον αφενός αποφεύγει να εξηγήσει γιατί ο θεός του χριστιανισμού και ο Ιησούς δεν είναι εξίσου ψευδείς. Συνεπώς, δέχεται άκριτα ως πραγματική και αληθή την ύπαρξή τους και δεν εξηγεί επαρκώς που ερείδεται η πίστη του αυτή. Αφετέρου παραγνωρίζει το γεγονός ότι για να θεμελιωθεί και να εξαπλωθεί μια θρησκεία απαιτεί είδωλα, μαγικά αντικείμενα και τελετουργικά, όπως ακριβώς έκανε και ο χριστιανισμός στο πέρασμα των αιώνων ενσωματώνοντας τελετουργικά και δεισιδαιμονίες από αρχαίες θρησκείες σε κάθε τόπο όπου αποπειράθηκε να αναπτυχθεί και να κυριαρχήσει.

Στο τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο «πίστη και λογική», προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ της θέσης ότι η πίστη είναι λογική και ενέχει λογική, δεν είναι δηλαδή κάτι παράλογο, υποστηρίζοντας ορθά ότι μια πίστη μπορεί να είναι λογική, αλλά να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια (σ. 153). Προσπαθώντας, όμως, να υποστηρίξει τη θέση του αυτή εκπίπτει σε επιχειρήματα παιδαριώδη. Για παράδειγμα, θέλοντας να απαντήσει στο εναντίον της θρησκείας επιχείρημα ότι κανείς δεν βλέπει τον θεό, ισχυρίζεται ότι κανείς δεν έχει δει ποτέ με τα μάτια του το ασυνείδητο (σ. 156), αλλά πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρξή του, ή ότι άλλοι άνθρωποι πιστεύουν σε πράγματα που δεν υπάρχουν, όπως μια ολοκληρωτικά δίκαιη κοινωνία (σ. 157). Ασφαλώς, το καίριο ερώτημα είναι εάν η πίστη σε κάποιο αόρατο ον που δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο από αγάπη είναι το ίδιο με την όποιας μορφής πίστη στην ύπαρξη του ασυνειδήτου, η οποία μπορεί και να αναιρεθεί ανά πάσα στιγμή, ή με την πίστη σε μια δίκαιη κοινωνία, η οποία παρακινεί τους ανθρώπους στην επίτευξή της. Προφανώς έχει δίκιο, όταν λέει ότι για τους χριστιανούς η ανάσταση του Ιησού είναι πραγματική (σ. 160), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πράγματι έλαβε χώρα. Είναι πραγματική για τους χριστιανούς μόνο ως πίστη, ενώ το ασυνείδητο είναι πραγματικό ως γνώση υπό αίρεση, και επιπλέον δεν είναι πραγματικό μόνο για τους φροϋδιστές, όπως η δίκαιη κοινωνία δεν είναι πραγματική μόνο για τα μέλη του σοσιαλιστικού ή του κομουνιστικού κόμματος.

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «κουλτούρα και βαρβαρότητα», αφού αποπειράται να κάνει μια διάκριση μεταξύ πολιτισμού και κουλτούρας, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η θρησκεία ανήκει και στα δύο στρατόπεδα, και αυτό συντελεί στην καταπληκτική της δύναμη (σ. 207). Κατά τον Ήγκλετον, με την έλευση της νεότερης εποχής κουλτούρα και πολιτισμός ήρθαν προοδευτικά σε ρήξη, καθώς η θρησκευτική πίστη οδηγήθηκε όλο και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ή στην επικράτεια της καθημερινής κουλτούρας (σ. 219), χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται αν αυτό ήταν θετικό ή αρνητικό για την κοινωνία.

Τέλος, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει τη διαφορά του ιδίου από τον Ντόκινς και τον Χίτσενς (σ. 222), τους οποίους τοποθετεί στην κατηγορία του τραγικού ανθρωπισμού, σύμφωνα με τον οποίο, αν καταφέρουμε να αποβάλουμε μια δηλητηριώδη κληρονομιά μύθων και δεισιδαιμονιών, θα μπορέσουμε να είμαστε ελεύθεροι. Αντιθέτως, ο ίδιος αυτο-τοποθετείται στην πλευρά του φιλελεύθερου ανθρωπισμού, ο οποίος έχει ως όραμα την ελεύθερη και ευτυχή ανάπτυξη της ανθρωπότητας, αλλά δυστυχώς δεν παρέχει καμία περιγραφή του τρόπου επίτευξης αυτού του σκοπού. Κατά τον Ήγκλετον, «ο τραγικός ανθρωπισμός υποστηρίζει ότι μόνο μέσα από μια διαδικασία αυτοαλλοτρίωσης και ριζικής αναδημιουργίας μπορεί η ανθρωπότητα να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση, αλλά δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι θα γεννηθεί ποτέ ένα τέτοιο έκλαμπρα μεταμορφωμένο μέλλον». Το μέλλον αυτό θα μπορούσε, θεωρεί ο Ήγκλετον, να αφιχθεί νωρίτερα, αν δεν εξακολουθούσαν να στέκονται εμπόδιο στο δρόμο του φιλελεύθεροι δογματικοί, σχολαστικοί ζηλωτές της προόδου και ισλαμόφοβοι διανοούμενοι (σ. 223).

Κρίνοντας συνολικά το βιβλίο του Ήγκλετον, θα έλεγα ότι δυστυχώς δεν επιβεβαιώνει τη φήμη και το κύρος του συγγραφέα του. Ο Ήγκλετον καταπιάστηκε με ένα θέμα το οποίο αναλαμβάνει να αναπτύξει, αν και δηλώνει ότι το γνωρίζει ελάχιστα. Αναλώνεται σε μια οξεία βιβλιοκριτική κυρίως δύο έργων (των Ντόκινς και Χίτσενς), όπως έχει ήδη πράξει για το Η περί θεού αυταπάτη του Ντόκινς για τη London Review of Books το 2006 [3]. Με το γνωστό ειρωνικό και ευρυμαθές ύφος του προσπαθεί να κατατροπώσει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους, χωρίς όμως να εμβαθύνει στο ζήτημα της ύπαρξης του θεού και της αθεΐας. Χρησιμοποιεί κατά βάση και κατ’ εξακολούθηση τον Θωμά τον Ακινάτη σε σημείο θεολογικής εμμονής και αδιαπραγμάτευτης αυθεντίας (σ. 53, 112, 162, 164, 166, 173 κ.α.), και όχι χωρία της Βίβλου που θα ήταν χρήσιμα, για να στηρίξει τις θέσεις του. Επιπροσθέτως, παραγνωρίζει κριτικές για την ύπαρξη του θεού που ανάγονται στην αρχαιότητα, από τον Ξενοφάνη και τον Διαγόρα, μέχρι τα νεότερα χρόνια (Χιούμ, Ζ. Μελιέ, Έκο [4]) και περιορίζεται σε δύο συγγραφείς, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν “επίσημους” εκπροσώπους της αθεΐας, ούτε έχουν επιδιώξει κάτι τέτοιο. Συνεπώς, αυτό το οποίο δηλώνεται στο εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου, ότι πρόκειται για μια ριζοσπαστική και νηφάλια απάντηση στην περί θεού διαμάχη, απέχει από την πραγματικότητα. Οδηγούμενος από ιδεολογική συμπάθεια προς την πίστη και τη θρησκεία, ο Ήγκλετον δεν κρίνει νηφάλια, αλλά απαντάει στον Ντόκινς στον ίδιο ιδεολογικό-πολεμικό τόνο, και μάλιστα με αίολα και σαθρά επιχειρήματα. Η δε κριτική που ασκεί στον Δυτικό πολιτισμό και στα επιστημονικά επιτεύγματά του, αν και ορθή στη βάση της, δίνει την εικόνα απόπειρας συμψηφισμού μεταξύ των “κακών” που έχει προκαλέσει η θρησκεία και των “κακών” που προκάλεσε η επιστήμη και ο φιλελεύθερος κόσμος, όπως π.χ. η Χιροσίμα (σ. 178).

Εν κατακλείδι, ο Ήγκλετον κινείται μάλλον στα όρια της απολογητικής ενός καινοδιαθηκικού χριστιανισμού, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία του θέματος, που είναι η περί θεού συζήτηση· προσπαθεί μάλλον να αποκρούσει τις ιδέες του «Ντίτσκινς», παρά να προτείνει κάτι πραγματικά καινοφανές και ρηξικέλευθο. Με δύο λόγια, το εν λόγω βιβλίο δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια ευφυή και φλεγματική βιβλιοκριτική, κατά κύριο λόγο του βιβλίου του Ντόκινς, και δεν συνεισφέρει στον θεωρητικό αναστοχασμό περί θεού, θρησκείας και αθεΐας με κάποιον ουσιαστικό, ριζοσπαστικό και νηφάλιο τρόπο. – Η μετάφραση του έργου είναι αρκετά καλή και δεν εντοπίστηκαν σοβαρά μεταφραστικά σφάλματα πλην της μετάφρασης του ονόματος του Αντόρνο σε Θεοντόρ (σ. 130).


Σημειώσεις:
[1] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.yale.edu/terrylecture/index.html
[2] Πρβ. M. Onfray, Πραγματεία περί αθεολογίας (Αθήνα: Εξάντας 2006)· A. Compte-Sponville, Το πνεύμα του αθεϊσμού (Αθήνα: Κέδρος 2009)· Z. Minois, Η ιστορία της αθεΐας (Αθήνα: Νάρκισσος 2007).
[3] http://www.lrb.co.uk/v28/no20/terry-eagleton/lunging-flailing-mispunching.print
[4] Πρβ. D. Hume, Η φυσική ιστορία της θρησκείας (Αθήνα: Σαββάλας 2011)· J. Meslier, Δεν υπάρχει θεός (Αθήνα: Οδυσσέας 2008)· U. Eco, Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 1998).



Δημοσιεύθηκε: 10.3.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Σακελλαρίου, Α.: (Βιβλιοκρισία του:) Terry Eagleton: Λογική, πίστη και επανάσταση. Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη (Αθήνα: Πατάκης 2011). Κριτικά 2012-04, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-04.html>.



ISSN 1791-776X