Pdf

2012-06

Μεταφράσεις του Χάιντεγκερ

Martin Heidegger: Η έννοια του χρόνου. Προλεγόμενα – μετάφραση – σχόλια: Δ. Υφαντής. Αθήνα: Ροές 2009, 353 σ., 24 €.
Μάρτιν Χάιντεγκερ: Φαινομενολογικές ερμηνείες στον Αριστοτέλη. Μετάφραση: Γ. Ηλιόπουλος· Εισαγωγή – επιμέλεια – σημειώσεις: Γκ. Μαγγίνη. Αθήνα: Πατάκης 2011, 335 σ., 19 €.



Κρίνει ο Παύλος Κόντος (Πανεπιστήμιο Πατρών)
pkontos@upatras.gr

Δεν μπορεί να μην χαιρετίσει κανείς με ιδιαίτερη θέρμη την έκδοση του κειμένου Η έννοια του χρόνου στη σχολιασμένη μετάφραση του Δημήτρη Υφαντή. Κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, λόγω της σημασίας του ίδιου του έργου. Η έκδοση που παρουσιάζεται εδώ αντιστοιχεί στον τόμο 64 των Απάντων του Χάιντεγκερ [1] και περιλαμβάνει δύο επιμέρους κείμενα υπό τον ίδιο τίτλο: μια σύντομη Διάλεξη του 1924 και μια εκτενή Πραγματεία του ίδιου έτους, που θεωρείται από πολλούς η πρωταρχική μορφή ή το πρώτο σχέδιο του Είναι και χρόνος. Η Διάλεξη προσφέρει στον αναγνώστη μια συνοπτική και σχετικά εύληπτη εκδοχή των βασικών φιλοσοφικών θέσεων του φιλοσόφου, όπως αυτές θα οριστικοποιηθούν στο Είναι και χρόνος (πριν, δηλαδή, εγκαταλείψει μερικώς το αρχικό του φιλοσοφικό πρόγραμμα). Η Πραγματεία προσφέρει, επιπλέον, μια περιεκτική καταγραφή και ανάπτυξη των μεγάλων και σύνθετων ερωτημάτων που τίθενται στο Είναι και χρόνος, καθώς και πιο σαφείς ενδείξεις για την επιρροή που άσκησε το έργο του Ντίλταϋ στη χαϊντεγκεριανή σύλληψη της ερμηνευτικής, του χρόνου και της ιστορικότητας.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να εξετάσουμε την απόσταση που χωρίζει την Πραγματεία του 1924 από το opus magnum του 1927. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να μη δεχθούμε, συμφωνώντας με τον μεταφραστή, το προφανές: ότι σε μεγάλο βαθμό οι φιλοσοφικές θέσεις, τα επιχειρήματα και η δομή της Πραγματείας θα υιοθετηθούν στο έργο του 1927. Αναμφισβήτητα, υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις, καθώς στα 1924 ο Χάιντεγκερ δεν είχε ακόμα ανακαλύψει στην καντιανή Κριτική του καθαρού λόγου μία ακόμη πηγή για τον σχηματισμό των δικών του θέσεων. Πολύ δε περισσότερο, στα 1924 δεν υπάρχουν εμφανή σημάδια της προοδευτικής μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τη φαινομενολογική ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης στην ίδια την οντολογική ανάλυση του χρόνου (που θα αποτελούσε το αντικείμενο του μέρους εκείνου του Είναι και χρόνος που δεν εκδόθηκε ποτέ). Αλλά για τον όχι ιδιαίτερα εξειδικευμένο αναγνώστη, τόσο η Διάλεξη όσο και η Πραγματεία του 1924 (ιδίως η πρώτη) θα αποτελέσουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εισαχθεί στις βασικές έννοιες του Χάιντεγκερ και να εξοικειωθεί με το ύφος της σκέψης του, χωρίς να περάσει από τις δαιδαλώδεις και συχνά αδιέξοδες αναλύσεις του Είναι και χρόνος.

Δεύτερον, η ελληνική έκδοση είναι σημαντική γιατί ευτύχησε στα χέρια του Δημήτρη Υφαντή. Με τη βαθιά του γνώση της πρώτης φάσης της φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ [2], ο Υφαντής κατορθώνει να ξεπεράσει με επιτυχία σχεδόν όλα τα δυσχερή εμπόδια που θέτει στον μεταφραστή και σχολιαστή ένα τέτοιο κείμενο. Έχει, βέβαια, και ο ίδιος επίγνωση του ότι το ελληνικό κείμενο καταλήγει να είναι λογιότερο από το γερμανικό πρωτότυπο (σ. 46) και ότι είναι μάλλον αδύνατο να αποδοθούν όλα τα γλωσσικά παιχνίδια του Χάιντεγκερ σε μια προσιτή και κατανοητή ελληνική μετάφραση. Και όμως, ο μεταφραστής βρίσκει την πρέπουσα ισορροπία χρησιμοποιώντας μια ζωντανή γλώσσα, καθώς δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί όλες τις εκφάνσεις της νέας ελληνικής (αν και το αρχαιοπρεπές ύφος, όταν δεν συμβάλλει σε κάποιο φιλοσοφικό σχόλιο, κουράζει τον αναγνώστη), ούτε φοβάται να πάρει αποστάσεις από το γερμανικό πρωτότυπο, όταν αυτό είναι αναγκαίο, ούτε φοβάται να προτείνει νέες λύσεις απέναντι σε άλλες παγιωμένες στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο Έλληνας αναγνώστης είναι, ωστόσο, διπλά τυχερός καθώς, πέρα από την εύστοχη μετάφραση, ο Υφαντής προσφέρει μια σειρά από διευκρινιστικά σχόλια που διατηρούν το μέτρο: τα συναντά κανείς όταν ακριβώς τα χρειάζεται (όταν δηλαδή η δυσκολία του κειμένου ή η δυστοκία της μετάφρασης το απαιτούν) και όσο τα χρειάζεται (χωρίς περιττές διευκρινίσεις). Το ίδιο φιλική για τον αναγνώστη είναι και η όλη διευθέτηση του υλικού: η εύλογη αντιστροφή της σειράς με την οποία έχουν παραταχθεί τα δύο κείμενα στη γερμανική έκδοση, η εύστοχη εισαγωγή παραγράφων και υπέρτιτλων στο σώμα της Πραγματείας και ο χειρισμός των πρόσθετων σχολίων του ίδιου του φιλοσόφου. Τα σχόλια του Υφαντή απευθύνονται, εν είδει εισαγωγής, στον αναγνώστη που δεν είναι προϊδεασμένος για το έργο του Χάιντεγκερ ή για τις φιλοσοφικές του πηγές. Στον πιο ενημερωμένο αναγνώστη παρέχουν κάποιες χρήσιμες υποδείξεις για τη σχέση των κειμένων αυτών με άλλα έργα του πρώιμου Χάιντεγκερ.

Ας μου επιτραπούν τώρα ορισμένες δευτερεύουσες παρατηρήσεις, τόσο για τη μετάφραση όσο και για τα σχόλια, παρατηρήσεις που απευθύνονται μάλλον σε όσους έχουν τριβή με τη χαϊντεγκεριανή φαινομενολογία (ομολογώ ότι αντιπαρέβαλα λέξη-λέξη το πρωτότυπο με τη μετάφραση μόνο όσον αφορά το σύντομο κείμενο της Διάλεξης). Στις πιο εύστοχες επιλογές θα περιελάμβανα τις ακόλουθες: Ίσως αρχικά ξενίζει ο νεολογισμός «εκαστότητα» ως απόδοση του Jeweiligkeit αλλά, μαζί με την υποσημείωση της σελίδας 63, φαίνεται απόλυτα νόμιμος. Εξαιρετική η χρήση των όρων «φροντίδα», «τριβή» και τα αντίστοιχα σχόλια (σ. 233-6). Εύστοχη η απόδοση «χρονική παραγωγή» για το γερμανικό Zeitigung (βλ. και σχόλιο, σ. 294). Η επιλογή «συνείδηση» ως απόδοση του Gewissen είναι απολύτως σωστή, αφού δικαίως απαλείφεται το επίθετο «ηθική» (βλέπε και σημείωση, σ. 80). Η απόδοση της Faktizität ως «καταστατότητας» ξενίζει, αλλά το σχετικό σχόλιο (σ. 270-4) δεν επιτρέπει αμφιβολίες, τουλάχιστον ως προς τη συνειδητότητά της. Για την απόδοση του Dasein ως «είναι-εδώ» ουδείς νομιμοποιείται να διατυπώσει αντιρρήσεις, ουδείς ωστόσο, υποθέτω, θα την αξιολογούσε ως εμπνευσμένη.

Αβλεψίες ή αστοχίες υπάρχουν. Πάντα υπάρχουν (ίσως, αν ο μεταφραστής και ο επιμελητής της σειράς δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο, ορισμένες να είχαν αποφευχθεί). Ατυχής η χρήση του επιθέτου «προσωπικός» ως απόδοση του eigenes, αφού εισάγει, χωρίς λόγο και χωρίς έρεισμα, τη φιλοσοφικά βεβαρημένη έννοια του προσώπου και αποκρύπτει την εννοιολογική σχέση του όρου με την Eigentilichkeit (που ο ίδιος ο μεταφραστής αποδίδει ως «αυθεντικότητα»). Διατηρώ επιφυλάξεις για την επιλογή «περίκοσμος» ως απόδοση του Umwelt αντί για το παγιωμένο και εύχρηστο «περιβάλλων κόσμος». Το ίδιο ισχύει και για τα σύνθετα «αλληλόκοσμος» (Mitwelt) και «εαυτόκοσμος» (Selbstwelt). «Η ομογενοποίηση σε στιγμές του τώρα (Jetztpunkte)» (σ. 78) συνιστά, χωρίς άλλο, στιγμιαία αβλεψία αντί για το «ομογενοποίηση σε σημεία του τώρα», που συμφωνεί με την πάγια ερμηνεία του Heidegger για τον γραμμικό χρόνο που μετατρέπεται σε χώρο. Στην τελευταία πρόταση της Διάλεξης (σ. 84), το «είναι-αμφίβολον» (fraglich-sein) φαίνεται να αποκρύπτει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη σχετίζεται στο παρόν χωρίο με τη δυνατότητα να θέτουμε το ερώτημα για τον χρόνο. Θα ήταν προτιμότερη, νομίζω, η διατύπωση «είναι-υπό-ερώτηση». Κάποιες φορές, χωρίς λόγο, η μετάφραση δεν ρέει με απλότητα (π.χ. «πραγματεύονται περί του χρόνου» αντί για «πραγματεύονται τον χρόνο»). Ομοίως, η χρήση του «κανείς» (ως απόδοση του Man) θα λειτουργούσε καλύτερα, ορισμένες φορές τουλάχιστον, αν ήταν έναρθρη («ο κανείς»). Τέλος, η μετάφραση των αριστοτελικών χωρίων δεν είναι πάντα όσο φροντισμένη θα έπρεπε (βλ., για παράδειγμα, το χωρίο από τα Φυσικά 219a 25-28, στη σ. 231).

Η υποσημείωση 23 στη σ. 73 είναι μάλλον άστοχη, αφού δεν φαίνεται να κατανοεί την αρχιτεκτονική της χαϊντεγκεριανής ανάλυσης του χρόνου, δηλαδή ότι το παρόν, για να μην διολισθήσει σε αναυθεντικό τώρα, τελικά ενσωματώνεται στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Παραπλανητική ίσως αποδεικνύεται η επεξήγηση του Augenblick με αριστοτελικούς όρους καιροῦ (σχόλιο 108, σ. 293-4), όταν δεν συνοδεύεται από την επισήμανση της καίριας μετατόπισης που συνεπάγεται η χαϊντεγκεριανή «στιγμή»: ενώ ο αριστοτελικός καιρός αφορά, πρωτίστως, τις συνιστώσες του κόσμου της πράξης, η «στιγμή», τελικά, θέτει σε παρένθεση κάθε αναφορά σε αυτές τις συνιστώσες και εκφράζει τη δυνατότητα μιας συνάντησης της ανθρώπινης ύπαρξης όχι με τον κόσμο αλλά με τον εαυτό της.

Αλλά οι παραπάνω ενστάσεις είναι εντελώς δευτερεύουσες. Αν υπάρχει κάποιο ψεγάδι στα σχόλια του μεταφραστή, στο μέτρο που έχουν το χαρακτήρα εισαγωγής, αυτό αφορά την ελλιπή ενημέρωση για τις βαθιές αλλαγές που θα υποστούν ορισμένες βασικές χαϊντεγκεριανές έννοιες στη συνέχεια, δηλαδή μετά το 1927. Αντίθετα, θα ήταν παράλογο να απαιτήσει κανείς περαιτέρω ανάπτυξη των διευκρινιστικών αναφορών στις ίδιες τις πηγές του Heidegger (στον Αριστοτέλη, για παράδειγμα, ή στον Ντίλταϋ).

Με τον ίδιο ενθουσιασμό θα πρέπει να χαιρετίσει κανείς, καταρχήν, και την έκδοση στα ελληνικά που επιφύλαξαν ο μεταφραστής και η επιμελήτρια στο περίφημο «Υπόμνημα προς τον Νάτορπ». Με αυτόν τον τίτλο είναι γνωστό το βραχύ κείμενο που ο Χάιντεγκερ κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι στην προσπάθειά του να εδραιώσει την παρουσία του στα ακαδημαϊκά πράγματα της Γερμανίας. Εδώ ισχύει ό,τι και παραπάνω, δηλαδή ότι ο αναγνώστης μπορεί να αποκτήσει μια γενική εικόνα του φιλοσοφικού προγράμματος του Χάιντεγκερ, τουλάχιστον ως προς το πώς αυτός αξιοποιεί ή και διαφοροποιεί τη φαινομενολογική μέθοδο του Χούσσερλ, ως προς τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει στο έργο του τα αιτήματα μιας ερμηνευτικής του ανθρώπινου βίου και, τέλος, ως προς τα βασικά μοτίβα που καθορίζουν τη χαϊντεγκεριανή ανάγνωση της αριστοτελικής φιλοσοφίας στο σύνολό της (δηλαδή όχι μόνο την αριστοτελική ηθική, ούτε μόνο τη χαϊντεγγεριανή ερμηνεία μέχρι το 1927). Σε αυτό το κείμενο γίνονται ορατά, επίσης, τόσο τα ίχνη της σημαντικής επιρροής που άσκησαν στον Χάιντεγκερ οι θεολογικές του μελέτες όσο και η πρώτη απόπειρα διατύπωσης της ορολογίας που θα παγιωθεί, αφού πρώτα υποστεί πολλές μετατοπίσεις και πειραματισμούς, στο Είναι και χρόνος. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι το παρόν κείμενο είναι γλωσσικά εξαιρετικά στρυφνό, σχεδόν απροσπέλαστο. Είναι τόσο συμπυκνωμένο και τόσο φορτωμένο με μια ιδιότυπη jargon που ο αναγνώστης ενίοτε καταθέτει τα όπλα. Δυστυχώς, αυτό το πρόβλημα δεν το αντιμετωπίζουν, στο βαθμό που θα τους αναλογούσε, ούτε ο μεταφραστής ούτε η επιμελήτρια του τόμου.

Το να αναλάβει κανείς τη μετάφραση αυτού του κειμένου είναι πράξη ηρωική. Θα πρέπει να λύσει άπειρα προβλήματα, όπως η ίδια η κατανόηση κάποιων πολύπλοκων φράσεων, η κατασκευή νεολογισμών που θα αποδίδουν τους χαϊντεγκεριανούς (επίσης κατασκευασμένους) όρους, η αντιμετώπιση των «βίαιων», εκ μέρους του Χάιντεγκερ, μεταφράσεων των αριστοτελικών χωρίων. Ο Γιώργος Ηλιόπουλος αφιερώθηκε σε αυτό το πολύ δύσκολο έργο με μεγάλη υπομονή, επιστημονική επάρκεια και εντιμότητα. Το ότι, ευχής έργο, η έκδοση είναι δίγλωσση (αν και με ορισμένα λάθη στην αντιγραφή του γερμανικού πρωτοτύπου) αποτυπώνει τόσο την αγωνία του για την προσβασιμότητα της μετάφρασης όσο και την αυτοπεποίθησή του ότι η μετάφραση είναι λεπτοδουλεμένη. Οι μεταφραστικές του επιλογές φαίνονται όλες συνειδητές και δύσκολα θα μπορούσαν να προβληθούν σημαντικές αντιρρήσεις (αν και, περιέργως, δεν του δόθηκε καθόλου χώρος για να δικαιολογήσει τις επιλογές του). Είναι κρίμα που το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει – ίσως το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να δικαιώσει κανένα μεταφραστή. Και δεν τον δικαιώνει διότι, απλούστατα, ο αναγνώστης αδυνατεί να παρακολουθήσει το ελληνικό κείμενο αν δεν γνωρίζει γερμανικά και αν δεν γνωρίζει ήδη την τεχνική ορολογία του Χάιντεγκερ. Θα ήταν υπερβολικά εύκολο (σχεδόν “λαϊκισμός”) να απομονώσω ολόκληρες φράσεις ή παραγράφους που μοιάζουν με παιχνίδι ακατανόητων παραδοξολογιών για να αποδείξω τον παραπάνω ισχυρισμό. Όσο κι αν είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί στον ίδιο τον μεταφραστή, ένα είναι βέβαιο: Θα χρειαζόταν ερμηνευτικό θάρρος και επιδεξιότητα ώστε να αποκλίνει από το αυστηρό γράμμα του κειμένου και να παρουσιάσει ένα εύληπτο νεοελληνικό κείμενο. Αντίθετα, το να μείνει κανείς πιστός στη γερμανική σύνταξη (στις άπειρες μετοχές κτλ. ή στους άπειρους εμπρόθετους προσδιορισμούς) και το να επιδοθεί στο κυνήγι των μαγισσών της χαϊντεγκεριανής λεξιθηρίας δεν είναι δυνατόν να έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Για να είμαι ακριβοδίκαιος, κάθε προσπάθεια νεοελληνικής απόδοσης ορισμένων χωρίων του κειμένου είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Θα πρέπει να υπογραμμισθεί, επίσης, ότι οι επιλογές του μεταφραστή είναι, συχνά, οι καλύτερες δυνατές. Ωστόσο, πολλές περιττές επιπλοκές θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.

Για παράδειγμα: γιατί να πει κανείς «με εννοιακά μέσα από τις πιο διάσπαρτες και ανέλεγκτες προελεύσεις» (σ. 35, όπου ο αναγνώστης χρειάζεται ετοιμότητα ήδη για να αποσυνδέσει το «μέσα» - «από») αντί για «έχοντας ως μέσα έννοιες με την πιο ποικίλη και ανέλεγκτη προέλευση»; Γιατί «Η φιλοσοφική έρευνα μπορεί μονάχα να φανεί πιστή σε αυτό το καθήκον, αν δεν θέλει [...] να αστοχήσει εντελώς στο αντικείμενό της» (σ. 39, πρόταση εντελώς ακατανόητη) αντί για «Η φιλοσοφική έρευνα θα πρέπει να φανεί πιστή σε αυτό το καθήκον, αν δεν θέλει [...] να αστοχήσει εντελώς στο αντικείμενό της». Η απόδοση «κοσμοειδής ερμηνεία» για το welthaft, που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, απλώς επιβαρύνει την κατανόηση του κειμένου. Το νόημα αποδίδεται εξίσου με το απλό «εγκόσμια ερμηνεία» (ή «κοσμική», όπως προτιμά ο ίδιος μεταφραστής σε άλλο σημείο, σ. 67). Ομοίως, γιατί «κοσμική σκοπιά» (weltlich gesehen) αντί για το απλό «από την πλευρά του κόσμου»; Γιατί «η φαινομενολογική έξη του νου» (σ. 119, γενική υποκειμενική) αντί για «φαινομενολογική σύλληψη του νου» (phänomenologische Fassung, γενική αντικειμενική); Η διατύπωση «του Κινητού-Είναι» ηχεί τόσο παράδοξα αντί για το απλό «του να είναι-κινητό». Ο όρος Herstellen αποδίδεται, σωστά, ως «παραγωγή» (κάποτε και ως «παράγουσα ενασχόληση», σ. 107). Τα συμφραζόμενα του κειμένου, όμως, και το γεγονός ότι πρόκειται για μετάφραση του αριστοτελικού ποίησις, με κάνουν να πιστεύω ότι το «κατασκευή» θα ήταν καταλληλότερο και σαφέστερο. Η εισαγωγή του επιθέτου «προσεκτική» (σ. 117) αναφορικά με τη μέριμνα της φρόνησης φαίνεται να αποτελεί ένα απλό lapsus.

Δεν έχει νόημα να επεκτείνω τον παραπάνω κατάλογο με επιμέρους διορθώσεις. Αντί για αυτό, επιτρέψτε μου να επιχειρήσω, ενδεικτικά, μια εναλλακτική μετάφραση ενός εκτενούς χωρίου για να δείξω ότι, όταν πρόκειται για ένα κείμενο τόσο δύσκολο και δαιδαλώδες, η συσσώρευση επιμέρους άτεχνων επιλογών ή αστοχιών οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα εντελώς αφιλόξενο για τον αναγνώστη (δεν θα αλλάξω καθόλου, για χάρη της λογικής του εγχειρήματός μου, την απόδοση των φιλοσοφικών όρων):

Die ἀλήθεια πρακτική ist nichts anderes als der jeweils unverhüllte volle Augenblick des faktischen Lebens im Wie der entscheidenden Umgangsbereitschaft mit ihm selbst, und das innerhalb eines faktischen Besorgensbezuges zur gerade begegnenden Welt. Die φρόνησις ist epitaktisch, sie gibt das Seiende im Charakter des zu Besorgenden, sie bringt und hält jede Augenblicksbestimmtheit, das jeweilige Wie, Wozu, Inwieweit und Warum, in diesem Hinblick. Sie bringt als epitaktische Erhellung den Umgang in die Grundhaltung der Bereitschaft zu..., des Losbrechens auf... [3].

 

Η ἀλήθεια πρακτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η εκάστοτε ασυγκάλυπτη μεστή Στιγμή του γεγονικού βίου, ως προς το «πώς» της καθοριστικής ετοιμότητάς του για ενασχόληση με αυτόν τον ίδιο – και μάλιστα εντός μιας γεγονικής βιομεριμνώσας σχέτισης με τον εκάστοτε περιβάλλοντα κόσμο.
Η φρόνησις είναι επιτακτική, δίνει το ον ως προς τον χαρακτήρα αυτού που πρέπει να τύχει βιομέριμνας, κομίζει και διατηρεί κάθε προσδιοριστικότητα της Στιγμής, το εκάστοτε «πώς», «για να», «έως πού» και «για τι», «από αυτή την άποψη». Ως επιτακτική διαύγαση, αυτή οδηγεί την ενασχόληση στη θεμελιώδη στάση της ετοιμότητας για..., της αποχώρησης προς...
(Γ. Η., σ. 137)

Η ἀλήθεια πρακτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εκάστοτε ασυγκάλυπτη και πλήρης στιγμή του γεγονικού βίου, του τρόπου με τον οποίο ο βίος βρίσκεται, αποφασισμένος, σε ετοιμότητα για ενασχόληση με τον εαυτό του – και μάλιστα καθώς η γεγονική βιομέριμνα σχετίζεται με τον κόσμο ακριβώς που συναντά.
Η φρόνησις είναι επιτακτική, φανερώνει το ον ως εκείνο που πρέπει να γίνει αντικείμενο βιομέριμνας, φέρνει και διατηρεί σε αυτή την οπτική κάθε προσδιορισμό της στιγμής: το εκάστοτε πώς, για να, έως πού, για τι. Ως επιτακτική διαύγαση, φέρνει την ενασχόληση στη θεμελιώδη στάση της ετοιμότητας για..., της εκκίνησης για...
(Π. Κ.)


Δυστυχώς, ούτε τα σχόλια της επιμελήτριας Γκόλφως Μαγγίνη βοηθούν ουσιαστικά τον αναγνώστη να μην εγκαταλείψει, ταλαιπωρημένος, αβοήθητος και απογοητευμένος, την προσπάθεια προσπέλασης του κειμένου. Και αυτό παρότι είναι ακαδημαϊκά σωστά, καθώς φανερώνουν ζηλευτή εξοικείωση με όλο το έργο του Χάιντεγκερ, ακριβή γνώση των εννοιολογικών μετατοπίσεων από το 1919 μέχρι την τελευταία περίοδο του έργου του και πλήρη έλεγχο της σχετικής δευτερεύουσας βιβλιογραφίας (με σπάνιο σεβασμό στο έργο τόσο των ξένων όσων και των Ελλήνων «ειδικών»). Γι’ αυτό, όποιος είναι ήδη έμπειρος στην αναμέτρηση με το έργο του φιλοσόφου, όποιος γνωρίζει ήδη το γερμανικό κείμενο και μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας, θα επωφεληθεί από τα σχόλια, καθώς θα ενημερωθεί για το βιβλιογραφικό υλικό και θα προσανατολισθεί έγκυρα σε κείμενα και χωρία που ίσως δεν είχε προσέξει.

Αλλά κάθε άλλος αναγνώστης θα ναυαγήσει. Θα ναυαγήσει γιατί κάθε έννοια επεξηγείται με παραπομπή σε άλλα χωρία του Χάιντεγκερ που εισάγουν νέες άγνωστες και σιβυλλικές έννοιες και ουδόλως φωτίζουν το ζητούμενο. Τίποτε δεν επεξηγείται με κατανοητό τρόπο από το χέρι της ίδιας της επιμελήτριας, όλα εναποτίθενται σε συγγενή μεταφρασμένα χωρία από τα πρώιμα γραπτά του φιλοσόφου. Και οι παραπομπές στη βιβλιογραφία δεν βοηθούν αυτούς που συναντούν για πρώτη φορά το κείμενο στην ελληνική του μετάφραση. Τεράστιες παράγραφοι χωρίς διακοπή και ανάσα, παράθεση εννοιών και άσκηση στη γλωσσοπλαστική εφευρετικότητα χωρίς τέλος, σχόλια που σε αποκαρδιώνουν και σε κάνουν να εγκαταλείψεις την προσπάθεια αντί, προσφέροντάς σου κάποια πυξίδα, να σε βοηθούν να συνεχίσεις. Και όμως, μια διαφορετική οργάνωση του υλικού θα μπορούσε να μετατρέψει αυτόν τον κυκεώνα σημειώσεων και αποδελτιωμένων παραπομπών σε ένα εύχρηστο υλικό, παρέχοντας μια πρώτη άμεση βοήθεια στον πρωτόπειρο αναγνώστη και, χωριστά, ένα επίμετρο ως αναδρομή στην προέλευση και την εξέλιξη των βασικών εννοιών με σχετική συζήτηση της βιβλιογραφίας. Κρίμα. Γιατί έχει κανείς την αίσθηση ότι το πρόβλημα είναι απλώς η ανεπιτυχής οργάνωση του υλικού και η απουσία κάθε μέριμνας για την τύχη του απλού αναγνώστη. Απουσιάζει, βέβαια, και η κριτική στάση απέναντι στη βιβλιογραφία, απέναντι στην εκ μέρους του Χάιντεγκερ και των σχολιαστών του ερμηνεία του Αριστοτέλη και απέναντι στις φιλοσοφικές θέσεις του Χάιντεγκερ εν γένει. Αλλά, ίσως, μια τέτοια κριτική στάση να μην είναι απαραίτητο συστατικό ενός παρόμοιου σχολιασμού.


Σημειώσεις:
[1] GA 64, Der Begriff der Zeit (επιμ. F.-W. von Herrmann· Frankfurt: Klostermann 2004).
[2] Καρπός αυτής της ενασχόλησης ήταν η σημαντική μονογραφία του Die Auseienandersetzung des frühen Heidegger mit Aristoteles (Βερολίνο: Duncker & Humblot 2009). Τα Κριτικά έχουν φιλοξενήσει σχετική βιβλιοκρισία του Μ. Παντούλια: βλ. Κριτικά 2010-10, http://www.philosophica.gr/critica/2010-10.html.
[3] GA 62, Phänomenologische Interpretation ausgewählter Abhandlungen des Aristoteles zu Ontologie und Logik (επιμ. G. Neumann· Frankfurt: Klostermann 2005), σ. 384.



Δημοσιεύθηκε: 20.3.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Κόντος, Π.: (Βιβλιοκρισία των:) Martin Heidegger: Η έννοια του χρόνου (Προλεγόμενα – μετάφραση – σχόλια: Δ. Υφαντής· Αθήνα: Ροές 2009)· Μάρτιν Χάιντεγκερ: Φαινομενολογικές ερμηνείες στον Αριστοτέλη (Μετάφραση: Γ. Ηλιόπουλος· Εισαγωγή – επιμέλεια – σημειώσεις: Γκ. Μαγγίνη· Αθήνα: Πατάκης 2011). Κριτικά 2012-06, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-06.html>.



ISSN 1791-776X