Pdf

2012-08

Κρουστάλλης: Ταυτότητα χωρίς υποκείμενο;

Βασίλειος Κρουστάλλης: Το πρόβλημα του Οδυσσέα: Θεωρίες προσωπικής ταυτότητας (17ος-18ος αιώνας). Εισαγωγή: Β. Κρουστάλλης· μετάφραση: Β. Κρουστάλλης & Β. Κοκκινίδου. Κέρκυρα: Res Cogitans 2010, 184 σ., 12 €.



Κρίνει ο Μιχάλης Μπαρτσίδης (Δρ Φιλοσοφίας)
mbart@otenet.gr

Είναι ευπρόσδεκτη η ανθολόγηση και μετάφραση στην ελληνική γλώσσα βασικών κειμένων της κλασικής συζήτησης του 17ου-18ου αιώνα για την προσωπική ταυτότητα, από τον Βασίλειο Κρουστάλλη (ΒΚ) με τη βοήθεια της Βασιλικής Κοκκινίδου στη μετάφραση. Πρόκειται για μοναδικό βιβλίο στην ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της προσωπικής ταυτότητας, ενώ, αντιθέτως, ανθεί η αντίστοιχη βιβλιογραφία επιστημονικών κλάδων όπως, για παράδειγμα, της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Η σκόπευση του Ανθολογίου είναι να παρουσιάσει τόσο τα κλασσικά κείμενα όσο και τη σύγχρονη, αποκλειστικά αγγλόφωνη –μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά– συζήτηση. Η χρησιμότητά του έγκειται, εκτός από τη μετάφραση των βασικών κειμένων, και στην κατατοπιστική εισαγωγή του ΒΚ. Η εισαγωγή προσφέρει την απαραίτητη εξοικείωση με τις κύριες πτυχές του θέματος και παρέχει στον αναγνώστη πολύτιμη βιβλιογραφική ενημέρωση για τη σύγχρονη συζήτηση.

Η χρησιμότητα της έκδοσης είναι σχεδόν αυτονόητη αν σκεφτούμε ότι, όπως συμβαίνει και με άλλα θεμελιώδη κείμενα της Νεότερης Φιλοσοφίας, συνιστούσε σοβαρή έλλειψη να μην διαθέτουμε στα ελληνικά ειδικά την περίφημη, σύντομη πραγματεία του Λοκ με τον τίτλο «Για την ταυτότητα και διαφορά» («Of Identity and Diversity»), η οποία αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο της προβληματικής της προσωπικής ταυτότητας. Όπως, βεβαίως, συνιστά μεγάλο κενό η μη έκδοση ακόμη στα ελληνικά του περίφημου An Essay Concerning Human Understanding (1η έκδοση 1691) του ιδίου, καθώς μια έκδοση-συμπίλημα αποσπασμάτων, υπό τον τίτλο Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση στις Εκδόσεις Αναγνωστίδη, δεν γίνεται παρά να παραβλεφθεί. Ως γνωστόν, κεφάλαιο του θεμελιώδους αυτού έργου του Λοκ αποτελεί η μικρή πραγματεία για την ταυτότητα («ένα Δοκίμιο μέσα στο Δοκίμιο», όπως την χαρακτηρίζει ο Ετιέν Μπαλιμπάρ), κεφάλαιο μάλιστα το οποίο προστέθηκε στη δεύτερη αγγλική έκδοση του Δοκιμίου στα 1694.

Το αντικείμενο του Ανθολογίου είναι ένα από τα μείζονα προβλήματα της νεωτερικής φιλοσοφίας, δεδομένου ότι το πρόβλημα της προσωπικής ταυτότητας συνιστά ένα οντολογικό πρόβλημα με γνωσιακές καταβολές που, επιπλέον, εκτείνεται στην Ηθική και στην Πολιτική Φιλοσοφία. Κεντρικός άξονας της ανάλυσης του ΒΚ είναι ένα ερώτημα που απασχόλησε τους φιλοσόφους του 17ου και 18ου αι. σχετικά με το γιατί ένα έλλογο υποκείμενο ή πρόσωπο δεν μπορεί να είναι το ίδιο με ένα άλλο έλλογο υποκείμενο ή πρόσωπο, σε ίδιες ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι απαντήσεις που είχαν δοθεί συγκλίνουν στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα συνίσταται σε μια μορφή ψυχολογικής και όχι σωματικής συνέχειας.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στο ονομαζόμενο «πρόβλημα του Οδυσσέα», όπως καθιερώθηκε στις φιλοσοφικές πραγματεύσεις της προσωπικής ταυτότητας κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Παραδειγματική αναφορά θεωρείται το απόσπασμα κ 230-240 της Οδύσσειας, που αναφέρεται στη μεταμόρφωση του Οδυσσέα και των συντρόφων του σε χοίρους και στο συνακόλουθο ερώτημα, εάν αυτοί αποτελούν άραγε τα ίδια έλλογα όντα και υποκείμενα όπως πριν. Το πρόβλημα της προσωπικής ταυτότητας αφορά τις συνθήκες διατήρησης του συγκεκριμένου προσώπου στη διάρκεια του χρόνου. Ο ορισμός του προσώπου ως έλλογου ανθρώπινου υποκειμένου συνιστά την κοινή απάντηση των νεότερων φιλοσόφων. Ωστόσο, σημειώνονται και σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τις θέσεις για τρία θέματα. Σύμφωνα με τη συνόψιση του ΒΚ, τίθενται τα εξής ερωτήματα: πρώτον, αν η νοητική άυλη υπόσταση είναι συστατικό στοιχείο της προσωπικής ταυτότητας· δεύτερον, αν υπάρχει επίγνωση πράξεων εκ μέρους του υποκειμένου κατά το παρελθόν· τέλος, αν η μέριμνα εαυτού συνιστά ιδιοποίηση του μέλλοντος. Προχωρώντας βαθύτερα, ο ΒΚ δείχνει πώς οι συγκλίσεις και αποκλίσεις οργανώνονται σε μια ενοποιητική υπόθεση, την «αντίληψη εαυτού», η οποία στον Λοκ αποκαλείται συνείδηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμισθεί ότι είναι καταλυτικός ο ρόλος της έννοιας της συνείδησης στην οργάνωση των τριών στοιχείων, εν σχέσει με τη φύση της ταυτότητας, την επίγνωση του παρόντος, της μνήμης του παρελθόντος και της υπευθυνότητας για το μέλλον σε μια ενιαία χρονική αναφορά. Με την οργάνωση αυτού, κυρίως, του στοιχείου της κοινής προβληματικής, η «αντίληψη εαυτού» οφείλει να ληφθεί υπόψη σε δυο επίπεδα, στο μεταφυσικό-οντολογικό και στο γνωσιοθεωρητικό, τα οποία και συνδέονται. Στην ανάλυση του Λοκ αναδύονται ορισμένες νέες έννοιες, όπως εκείνες της ταυτότητας, του προσώπου, του εαυτού, της ιδιοποίησης, της ευθύνης, σε στενή συσχέτιση με εκείνη της συνείδησης. Πρόκειται, ίσως, για ένα κρίσιμο σημείο από το οποίο, ανάλογα με τη θέση που αποδίδεται στην έννοια της συνείδησης στο σύνολο των εννοιών που αναδείχθηκαν, προκύπτουν οι αποκλίνουσες σύγχρονες αναγνώσεις της μικρής πραγματείας του Λοκ.

Ας επανέλθουμε όμως στη δομή και τα περιεχόμενα του τόμου. Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Το Πρώτο Μέρος περιέχει μια εκτενή εισαγωγή του ΒΚ στην προβληματική της προσωπικής ταυτότητας, συνοδευόμενη από τη βιβλιογραφία η οποία σωστά προτάσσεται, ώστε να γειτνιάζει με την εισαγωγή. Στο μέρος αυτό βρίσκουμε, επίσης, έναν χρήσιμο οδηγό, έναν «οδικό χάρτη ανάγνωσης», όπου αναφέρονται τα σημεία των μεταφρασμένων κειμένων στα οποία μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξει για να μελετήσει δέκα περίπου θεματικές της επιλογής του επιμελητή. Οι θεματικές δεν είναι πλήρως αντιπροσωπευτικές της συζήτησης, παρά μόνο αν λάβουμε υπόψη την προοπτική της Εισαγωγής του ΒΚ. Με άλλα λόγια, όπως θα δούμε στη συνέχεια, αφήνονται εκτός οδικού χάρτη σημαντικές έννοιες, όπως η διαφορά, ο εαυτός, ο νους, και κυρίως η έννοια της συνείδησης.

Στο Δεύτερο Μέρος μεταφράζονται τα κείμενα πέντε φιλοσόφων. Προτάσσεται το διάσημο «Ταυτότητα και διαφορά» του Λοκ και ακολουθούν, σε διάλογο μαζί του, κείμενα τεσσάρων άλλων φιλοσόφων: του Λάιμπνιτς (G.W. Leibniz), του Χιουμ (D. Hume), του Μπάτλερ (J. Butler) και του Ράιντ (Th. Reid). Η ανθολόγηση περιορίζεται στην κλασική συζήτηση του 17ου αι., χωρίς να συμπεριλαμβάνει σχετικά κείμενα προγενέστερά της (ως πηγές θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το σχετικό απόσπασμα της ριζικής αμφιβολίας από τον Λόγο περί μεθόδου του Ντεκάρτ) ή μεταγενέστερα έως σύγχρονα, όπως του Σούμεϊκερ (Shoemaker), του Πάρφιτ (Parfit), του Ρικέρ (Ricoeur). Ο Β.Κ. δεν παραλείπει να επεξηγήσει την επιλογή του, αναφερόμενος ονομαστικά  στον Ντεκάρτ και στη χριστιανική διδασκαλία ως σημεία που μπορούν να θεωρηθούν πηγές της προβληματικής της προσωπικής ταυτότητας. Όσον αφορά δε τους συγχρόνους, συζητά τις θέσεις αρκετών από αυτούς σε διάφορα σημεία της εισαγωγής του. Με αφετηρία και πυρήνα το δοκίμιο του Λοκ, η συζήτηση αναπτύσσεται ως προς τους μεταγενέστερους του 17ου και 18ου αι., αλλά εξακτινώνεται και προς τους σύγχρονους μελετητές και σχολιαστές. Δύο είναι οι βασικές σύγχρονες προσεγγίσεις. Από τη μια, η αποκαλούμενη “ψυχολογική”, με εκπροσώπους τους Κουίντον (Quinton) και Σούμεϊκερ που εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι ο νους ή ψυχή, και γενικά μια άυλη υπόσταση, προκρίνονται ως το στοιχείο που διατηρεί την ταυτότητα του προσώπου [1]. Από την άλλη, η “βιολογική” των Όλσον (Olson) και Βαν Ίνβαγκεν (Van Inwagen), που υπερασπίζεται τη θέση ότι το σώμα (εγκέφαλος) καθορίζει το πρόσωπο, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης αναλυτικής μεταφυσικής, φιλοσοφίας του νου και φιλοσοφικής θεολογίας. Στο Ανθολόγιο δεν ακολουθείται μια γενετική-ιστορική μέθοδος, αλλά μια εννοιολογική παρουσίαση ολόκληρου του φάσματος των νεότερων και σύγχρονων αντιλήψεων.

Στα επιμέρους κεφάλαια εξετάζονται αναλυτικότερα οι πτυχές του θέματος, αρχίζοντας στο δεύτερο κεφάλαιο της Εισαγωγής με τον Λοκ και την αυτοσυνειδησία, συνεχίζοντας στο τρίτο με την αντίθεση του Λάιμπνιτς έναντι του πρώτου, ενώ στο τέταρτο παρουσιάζεται η θέση της “απλής” ταυτότητας στους Μπάτλερ και Ράιντ. Το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στη σημαντική παρέμβαση του Χιουμ, με την οποία αποδομείται η έννοια του εαυτού, αλλά και στο ζήτημα της μέριμνας του εαυτού σε σχέση με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Στο καταληκτικό κεφάλαιο εκτίθενται συμπερασματικά οι θέσεις των φιλοσόφων και αναδεικνύονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις, που ωστόσο αρθρώνονται γύρω από ένα κοινό στοιχείο: την αντίληψη εαυτού.

Το βιβλίο εστιάζει το ενδιαφέρον του, με πληρότητα, σε αντιπροσωπευτικά κείμενα της προβληματικής για την προσωπική ταυτότητα. Από μεθοδολογική άποψη, η επιλογή αυτή αποδεικνύεται σαφώς επιστημονικότερη σε σύγκριση με άλλες, όπου μαζί με τα κείμενα παρατίθενται και εν γένει βιογραφικά στοιχεία, απόψεις άλλων στοχαστών κτλ. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, η ανθολόγηση κλασικών κειμένων μιας ορισμένης εποχής της νεωτερικής φιλοσοφίας με κριτήριο μια συγκεκριμένη έννοια γίνεται με τρόπο που πληροί όλα τα απαραίτητα κριτήρια και στοιχεία μιας ολοκληρωμένης τοπικής ενότητας. Είναι ενημερωμένο στη διεθνή, πρόσφατη και παλαιότερη, δευτερογενή βιβλιογραφία. Πάντως, η δευτερογενής βιβλιογραφία στην οποία παραπέμπει ο ΒΚ περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο την αγγλόφωνη ή αναφέρεται, σχεδόν αποκλειστικά, στην αγγλοσαξονική παράδοση. Συγκροτείται, βεβαίως, από τις επιμέρους βιβλιογραφίες που αφορούν τους πέντε φιλοσόφους της ανθολογίας, καθώς και ορισμένα έργα για τον Σπινόζα σχετικά με το θέμα της ταυτότητας. Ολοκληρώνεται όμως και με τη σχετική βιβλιογραφία από τους σύγχρονους κλάδους της Φιλοσοφίας του Νου, της Γνωσιακής Φιλοσοφίας της Συνείδησης και των συναφών επιστημονικών θεωριών, δηλαδή ψυχολογικών και νευροεπιστημονικών προσεγγίσεων, με αναφορές στους Τζέιμς (James), Νέιτζελ (Nagel) και Ντένετ (Dennett). Οι αναφορές μοιράζονται σχεδόν ισομερώς στην προ και μετά το 1990 παραγωγή, αν θέσουμε το όριο αυτό συμβατικά για να έχουμε μια ενδεικτική εικόνα. Η βιβλιογραφική ενημέρωση, λοιπόν, είναι πλήρης και επαρκέστατη ως προς την αγγλοσαξονική πλευρά.

Κατά πόσο, όμως, η τοπική ενότητα συνδέεται, συνομιλεί ή απομακρύνεται, από την ευρύτερη προβληματική την οποία συγκροτούν στο σύνολό τους οι άλλες πτυχές της συζήτησης; Εδώ θα θέλαμε να θίξουμε ορισμένα σημεία εν είδει κριτικού διαλόγου χωρίς να αμφισβητείται η πληρότητα του Ανθολογίου, όπως την εκθέσαμε. Υπαινιχθήκαμε προηγουμένως ότι η επιλογή της ανθολόγησης με βάση την έννοια της προσωπικής ταυτότητας, ενώ δεν αναφέρεται ρητά στις σχέσεις μεταξύ των συστατικών εννοιών της ευρύτερης προβληματικής, συνιστά μια επιλογή που θέτει ένα ευρύτερο θέμα προς συζήτηση. Αυτός είναι και ο λόγος που θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτό το μέρος του βιβλίου, συζητώντας το θέμα της ταυτότητας σε σχέση με την έννοια του υποκειμένου, με ειδικότερη αναφορά στη λοκιανή προοπτική. Επαναλαμβάνουμε ότι ο συγγραφέας επιλέγει, ρητά και άρρητα, να παρουσιάσει τις βασικές προσλήψεις της θεματικής και όχι τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμεσολαβείται σε άλλες παραδόσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί στην ηπειρωτική φιλοσοφία, και ειδικά στη Γαλλία, σημαντικές μελέτες πάνω στο πρόβλημα της ταυτότητας. Αυτό ήταν, άλλωστε, εύλογο – δεδομένου ότι, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, είχαμε την έκρηξη της διεπιστημονικής θεματικής των ταυτοτήτων στο πλαίσιο της συζήτησης περί πολυπολιτισμικότητας. Το έργο του Φουκώ (M. Foucault) για την επιμέλεια και τις «τεχνολογίες εαυτού» αποτέλεσε μια από τις αρχικές έρευνες-προκλήσεις και βεβαίως τον έναν πόλο αυτού του πεδίου, η έκρηξη του οποίου ακολούθησε με τις Γυναικείες Σπουδές ή Σπουδές Φύλου, ιδίως στον βορειοαμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο. Για τους ίδιους περίπου ιστορικούς λόγους, είμαστε μάρτυρες της επαναφοράς της φιλοσοφικής προβληματικής του υποκειμένου μετά την “αντιανθρωπιστική” κριτική κατά τη δεκαετία του ’60. Στο έδαφος αυτών των μετασχηματισμών αναπτύχθηκαν νέες έρευνες στα κλασικά κείμενα του 17ου και 18ου αιώνα, εμπνεόμενες επίσης από τη χαϊντεγκεριανή προβληματική του Identität und Differenz, η οποία, όπως μπορούμε να θεωρήσουμε, ορίζει τον άλλο πόλο του κοινού χώρου που αναδύθηκε. Σημαντικές επαναναγνώσεις περιλαμβάνονται στις ποικίλες γενεαλογίες και ιστορίες του υποκειμένου, όταν αυτές διασταυρώνονται με το ειδικότερο πρόβλημα της ταυτότητας.

Θα ήταν λοιπόν ιδιαίτερα γόνιμο και ενδιαφέρον το εν λόγω Ανθολόγιο, παράλληλα με την ερμηνευτική παράδοση την οποία εξετάζει, να συνομιλεί και με τις ηπειρωτικές ερμηνευτικές παραδόσεις που αναφέραμε. Θα μπορούσαν τότε να αναδειχθούν ορισμένα έργα, όπως το Soi-meme comme un autre (1990) του Ρικέρ, η εκτενής Εισαγωγή του Μπαλιμπάρ στην επανέκδοση του «Ταυτότητα και διαφορά» του Λοκ (1997), καθώς και κείμενα των Αλαίν ντε Λιμπερά, Βενσάν Ντεκόμπ, Εμμανιουέλ Ουσέ, Μαρκ Παρμαντιέ [2]. Μπορούμε να αναφέρουμε, επίσης, τους Καρρώ (Vincent Carraud) με το L’invention du moi και Μαριόν (Jean-Luc Marion), επιγόνους του Ζιλσόν (Etienne Gilson) και πιστούς στη ρωμαιοκαθολική φιλοσοφική παράδοση, που μας δείχνουν την ιστορία του πασκαλιανού moi. Είναι ενδεικτική μια ιστορία ανταλλαγών που ξεκινά με την επίδραση του moi στον Λοκ και στην υιοθέτηση, από τον ίδιο, του όρου «εαυτός» (the self) ως μόνη λύση στην αγγλική για το σημασιολογικό πεδίο του moi και, στη συνέχεια, αντίστροφα, με τη μετάφραση του self στα γαλλικά από τον Κοστ (Coste), μεταφραστή του λοκιανού Δοκιμίου, ως «το moi του κ. Pascal». Φυσικά, όπως φάνηκε αργότερα, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής οι νέες σημασίες των όρων εγκαινίασαν δυο διαφορετικές παραδόσεις, που ωστόσο παραμένουν σε επικοινωνία.

Συνεπώς, με την ευκαιρία αυτής της κριτικής θα θέλαμε να αναδειχθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των δυο παραδόσεων είναι στενές, ήδη, από τη στιγμή της αρχικής τους συγκρότησης. Το γεγονός ότι η παρούσα μελέτη αναφέρεται μονομερώς στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία επιτρέπει την αίσθηση της έλλειψης και δεν ευνοεί την υποχώρηση των αμοιβαίων παρασιωπήσεων εκ μέρους των δυο παραδόσεων. Ασφαλώς η έλλειψη αυτή δεν μειώνει την αξία της εργασίας, αλλά τείνει να την σχετικοποιήσει, όπως συμβαίνει πάντοτε όταν μια κατά τα άλλα πλήρης εργασία που προέρχεται από μια επιμέρους ερμηνευτική παράδοση τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο φιλοσοφικό περιβάλλον. Εξάλλου, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε συμπληρωματικά ότι ο Λοκ πέρασε νωρίς ο ίδιος στη Γαλλία, όπου είχε την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή και γνωριμία με τους σημαντικότερους γάλλους φιλοσόφους της εποχής του. Είναι γνωστές οι πνευματικές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις του Λοκ με τη γαλλική σκέψη και συγκεκριμένα με τους μετακαρτεσιανούς Μαλμπράνς (Malebranche), Λανιό (Lanion), Αρνό (Arnauld) μέσω Λάιμπνιτς και, βεβαίως, ειδικά με τον Ρουσσώ. Η σημασία του Λοκ, τόσο στην εποχή του αλλά ακόμη και σήμερα, είναι μεγάλη για την ηπειρωτική φιλοσοφία, και ειδικά για τη γαλλική σκέψη, και δεν περιορίζεται μόνο στη Μ. Βρετανία. Συνεπώς, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι οι βασικές προσλήψεις του έργου του αφορούν την αγγλοσαξονική παράδοση, εντούτοις η γαλλική ερμηνευτική παράδοση, από τον Πασκάλ και τον Ρουσσώ έως σήμερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια δευτερεύουσα, διαμεσολαβημένη εξωτερική πρόσληψη. Η τελευταία παρατήρηση έχει γενικότερη εμβέλεια και δεν αναφέρεται τόσο στην παρούσα εργασία του ΒΚ, η οποία ούτως ή άλλως δεν συνομιλεί καθόλου με τη γαλλική ερμηνευτική παράδοση.

Η ανωτέρω παρατήρηση δεν πρέπει βεβαίως να σκιάσει το γεγονός ότι η παρουσίαση του ΒΚ ανταποκρίνεται με επάρκεια, συστηματικότητα, αλλά και επιμονή, ακόμη και σε πτυχές της επιχειρηματολογίας που είναι λιγότερο ελκυστικές. Θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει το ανιαρό, ίσως, αλλά αναγκαίο της γνωριμίας και διέλευσης μέσα από την προβληματική του εμπειρισμού, για να καταφανεί η αποτελεσματικότητα της αντιουσιοκρατικής προοπτικής. Η εμπειριστική διαδρομή δείχνει την αδυναμία συγκρότησης της ταυτότητας με βάση μια έννοια της υπόστασης. Αν δεν γίνει αυτό το πέρασμα μέσα από τον εμπειρισμό, δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί η ταυτότητα με τη φαινομενολογικού τύπου ενδοσκόπηση, διάσταση η οποία φτάνει μέχρι και τη χουσσερλιανή φαινομενολογία. Με τον μη ουσιοκρατικό ορισμό της έννοιας του προσώπου (person), ο οποίος συνιστά την καρδιά της λοκιανής επανάστασης, η έννοια αυτή επιτελεί τον ρόλο του «νεωτερικού υποκειμένου». Η έννοια του υποκειμένου ως substantia δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ό,τι συνιστά το πρόσωπο. Η διαδρομή από τον Αυγουστίνο στον Λοκ δείχνει ότι η “ουσιαστικοποίηση” του υποκειμένου, δηλαδή η αυτοονομασία του ως ονόματος-ουσιαστικού, η προσωποποίησή του, αποτυπώνεται στο φαινόμενο της γραμματικής έκθλιψής του και εντέλει στον αποκλεισμό του ως έννοιας [3]. To υποκείμενο-Subjekt, μια επινόηση του Καντ που προβάλλεται στον Ντεκάρτ [4], δεν μπορεί να συναγωνιστεί την επικράτηση των όρων πρόσωπο και εαυτός της νεότερης αγγλόφωνης παράδοσης. Εκεί, το πρόσωπο διατηρεί τον ρόλο του υποκειμένου (subject), το οποίο ως όρος απουσιάζει, καθόσον δε το πρόσωπο ορίζεται με τρόπο μη ουσιοκρατικό, αποβάλλει την ιδέα μιας υπόστασης-Εγώ. Το υποκείμενο σκέψεων και πράξεων δεν επιβιώνει παρά ως εργαλείο λογικής ανάλυσης, σαρωμένο οντολογικά όπως και η έννοια της υπόστασης. Ωστόσο, από ορισμένες πρόσφατες εξελίξεις στην αγγλοαμερικανική φιλοσοφία φαίνεται ότι η “έκθλιψη” αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Οι νέες έρευνες, αφετέρου, της ηπειρωτικής φιλοσοφίας, στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω, φαίνεται ότι υπερβαίνουν πλέον την απομόνωση των δυο παραδόσεων και αποδίδουν νέες διαστάσεις της κοινής, μη ουσιοκρατικής προοπτικής.

Τέλος, όσον αφορά τη μετάφραση, θα λέγαμε ότι κρίνεται ως πολύ καλή και αποτελεί μια προσπάθεια πιστής απόδοσης τόσο των αγγλικών πρωτοτύπων από τον ΒΚ όσο και του γαλλικού κειμένου του Leibniz που έγινε από τη Β. Κοκκινίδου. Είναι προσεκτική και δεν συναντούμε αστοχίες στην απόδοση της φιλοσοφικής ορολογίας, ούτε παρερμηνείες ως προς το νόημα του κειμένου, ενώ οι πρωτοβουλίες επεξήγησης του πρωτοτύπου είναι ελάχιστες και πάντοτε εύστοχες. Η γλωσσική απόδοση στα ελληνικά πληροί τις απαραίτητες βασικές προϋποθέσεις, χωρίς να προβαίνει σε τολμηρές επιλογές ούτε να τονίζει εμφατικά ορισμένα σημεία. Άλλωστε αυτό είναι ζήτημα ερμηνευτικής δύναμης και έμφασης και η αναλυτική παράδοση, στην οποία ανήκει ο συγγραφέας, τηρεί το λιτό, χωρίς εμφάσεις, ύφος των πρωτοτύπων. Ολοκληρώνοντας, πιστεύουμε ότι το Ανθολόγιο μπορεί να αποτελεί πολύτιμο ερευνητικό εργαλείο, καθώς και μια αξιόπιστη και σύγχρονη διδακτική εισαγωγή στην προβληματική της προσωπικής ταυτότητας.

Σημειώσεις:
[1] Όπως ομαδοποιούνται από τον E.T. Olson στο σχετικό λήμμα της Εγκυκλοπαίδειας του Stanford University <http://plato.stanford.edu/entries/identity-personal>, στην “ψυχολογική” προσέγγιση ανήκουν οι: Johnston, Garrett, Hudson, Lewis, Nagel, Νoonan, Nozick, Parfit, Perry, Shoemaker και Unger· στη δε “βιολογική” οι: Ayers, Carter, Mackie, Olson, van Inwagen και Williams. Βλ. επίσης E. Olson, «Personal Identity», στο S. Stich & T. Warfield (επιμ.), The Blackwell Guide to the Philosophy of Mind (Oxford: Blackwell 2003).
[2] Βλ. M. Parmentier, Introduction à l’Essai concernant l’entendement humain de Locke (Paris: PUF 1999)· Vincent Descombes, Le Complément de sujet. Enquête sur le fait d’agir de soi-même (Paris: Gallimard 2004)· Emmanuel Housset, La vocation de la personne (Paris: PUF 2007).
[3] Alain de Libera, Archéologie Du Sujet: II, La Quête de l'identité (Paris: Vrin 2010), σ. 29.
[4] E. Balibar, B. Cassin, A. de Libera, "Sujet", στο Vocabulaire Européen des Philosophies (Paris: Seuil 2004), σ. 1245.



Δημοσιεύθηκε: 31.7.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Μπαρτσίδης, Μ.: (Βιβλιοκρισία του:) Βασίλειος Κρουστάλλης: Το πρόβλημα του Οδυσσέα: Θεωρίες προσωπικής ταυτότητας (Κέρκυρα: Res Cogitans 2010). Κριτικά 2012-08, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-08.html>.



ISSN 1791-776X