Pdf

2012-10

Αριστοτελικές μεταφράσεις

Αριστοτέλης: Κατηγορίαι – Περὶ ἑρμηνείας (Σειρά: «Αριστοτέλης – Έργα», Τόμος Πρώτος). Μετάφραση – εισαγωγή – επιμέλεια: Π. Καλλιγάς. Αθήνα: Νήσος 2011, 195 σ., 25 €.
Αριστοτέλης: Περὶ ἑρμηνείας. Εισαγωγή – μετάφραση – ερμηνευτικές σημειώσεις: Α. Κεσίσογλου & Γ. Παπατσίμπας. Αθήνα: Σμίλη 2012, 396 σ., 22 €.



Κρίνει ο Βασίλειος Λορεντζάκης
postvingt@gmail.com

Κάθε καλή νέα μετάφραση έργων του Αριστοτέλη στη νέα ελληνική αποτελεί γεγονός εξαιρετικής σημασίας, αν ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη δυσκολία του φιλοσοφικού του λόγου για τον σύγχρονο αναγνώστη και η έλλειψη μίας σύγχρονης, καλά μεταφρασμένης και επιστημονικά ενημερωμένης, πλήρους έκδοσης των κειμένων του. Ένας μη ειδικευμένος αναγνώστης, αν θέλει να ασχοληθεί με το αριστοτελικό έργο, είναι αναγκασμένος –πολλές φορές– να ανατρέξει σε κακές μεταφράσεις. Ιδίως τα κείμενα που συγκροτούν το Όργανον φαίνονται παραγκωνισμένα τόσο ως προς τη μετάφραση όσο και ως προς την κριτική ενασχόληση. Αυτήν την κατάσταση θα προσπαθήσει να θεραπεύσει η σειρά «Αριστοτέλης – Έργα» της Εταιρείας Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου, στο πλαίσιο της οποίας σχεδιάζεται να μεταφραστούν και να εκδοθούν σε 22 τόμους τα θεωρούμενα ως αυθεντικά αριστοτελικά έργα και ένα αριστοτελικό λεξικό. Στόχος της έκδοσης είναι, όπως διευκρινίζεται στο εσώφυλλο, να απευθυνθεί «στον αναγνώστη που θέλει να διαβάσει το έργο του φιλοσόφου, δίχως να είναι ειδικός στη φιλοσοφία, αλλά και στους φοιτητές και τους καθηγητές». Ήδη έχουν εκδοθεί δύο τόμοι, ενώ αναμένεται και η έκδοση των υπολοίπων με μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο πρώτος τόμος της σειράς, για τον οποίο εδώ θα γίνει λόγος, αφορά στα δύο κείμενα που βρίσκονται πρώτα στη στερεότυπη σελιδαρίθμηση του αριστοτελικού corpus: τις Κατηγορίες και το Περί ερμηνείας. Η μετάφραση αυτών των δύο μικρών αριστοτελικών έργων είναι πολύ σημαντική αφενός επειδή η μόνη προηγούμενη ελληνική μετάφραση τους που αντιπαρατίθεται προς το πρωτότυπο και συνοδεύεται από εισαγωγή και σχόλια είναι αυτή του Η.Π. Νικολούδη [1] και αφετέρου επειδή την ανέλαβε ο Παύλος Καλλιγάς, βαθύς γνώστης της αρχαίας φιλοσοφίας και με πολύ καλή μεταφραστική εργασία, όπως αποδεικνύεται και από τις μεταφράσεις του των πλωτινικών Εννεάδων. Ένα ακόμα, όμως, ευχάριστο γεγονός είναι η –σχεδόν ταυτόχρονη με τη μετάφραση του Καλλιγά– νέα, αυτόνομη μετάφραση του Περί ερμηνείας με επιμέλεια του Αλέξανδρου Κεσίσογλου και του Γεωργίου Παπατσίμπα, που δίνει επιπλέον τη δυνατότητα σύγκρισης των μεταφραστικών επιλογών και εμβάθυνσης στα φιλοσοφικά ζητήματα του κειμένου.

Ως γνωστόν, η φιλοσοφική σημασία των Κατηγοριών και του Περί ερμηνείας έγκειται, εκτός των άλλων, και στο ότι, ιδιαίτερα οι Κατηγορίες, λόγω της φαινομενικά απλής –στο μεγαλύτερο μέρος– πραγμάτευσης, λειτούργησαν ως ένα είδος εισαγωγής στην αριστοτελική φιλοσοφία· γι’ αυτό, εξάλλου, σχολιάστηκαν στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα περισσότερο από άλλα έργα του Αριστοτέλη. Αλλά αυτή η απλότητα είναι παραπλανητική και απαιτεί για την κατανόηση της σύνθετη ανάλυση και συσχέτιση με τις απόψεις του Πλάτωνα και γενικά της Ακαδημίας. Σε αυτά τα κείμενα εμφανίζονται σε πρώτη μορφή ζητήματα τα οποία θα αναπτυχθούν πληρέστερα σε κατοπινά έργα όπως τα Αναλυτικά πρότερα και τα Μετά τα φυσικά. Εργασία του μεταφραστή-σχολιαστή, συνεπώς, είναι να φωτίσει τους δαιδαλώδεις δρόμους που ακολουθεί η αριστοτελική σκέψη στην πρώιμη περίοδο της και να αναδείξει τις αμφιταλαντεύσεις της. Η επιμέλεια του Καλλιγά σαφώς ανταποκρίνεται σε αυτό το καθήκον, πλαισιώνοντας τα κείμενα με δύο σύντομες αλλά κατατοπιστικές εισαγωγές, εννέα και επτά σελίδων αντίστοιχα, με πολλά σχόλια στο κάτω περιθώριο του κειμένου (ώστε να διευκρινίζονται άμεσα τα δύσκολα σημεία και να παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες), με εκτενή βιβλιογραφία, με ένα γλωσσάρι όπου εκτίθενται πολλές επίμαχες μεταφραστικές επιλογές, καθώς και με ευρετήριο ονομάτων και αρχαίων χωρίων.

Οι Κατηγορίες είναι, ασφαλώς, το πιο απλό από τα δύο κείμενα, καθώς προσπαθεί να συστηματοποιήσει τις απλούστερες δομές του λόγου, δηλαδή τους τρόπους «ταξινόμησης των κατηγορουμένων που ενδέχεται να αποδοθούν σε ένα υποκείμενο» (σ. 32) και ως εκ τούτου δημιουργεί τα λιγότερα προβλήματα στη μετάφραση και τις εννοιολογικές διασαφήσεις (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εξακολουθούν να ανακύπτουν πολλά ερμηνευτικά ζητήματα). Στην εισαγωγή του, ο Καλλιγάς αναφέρει πολλά από τα ερωτήματα που απασχόλησαν τους αρχαίους και σύγχρονους σχολιαστές, όπως η ορθότητα του τίτλου, η ενότητα του έργου και το κατά πόσον η πραγμάτευση εκτείνεται, πέρα από τη λογική θεωρία, και στην οντολογική διάσταση των κατηγοριών. Ακόμη και η ίδια η έννοια της κατηγορίας, που εμφανίζεται στο 10b21-22 ως τεχνικός όρος, όπως και η σημαντικότερη φιλοσοφικά κατηγορία, η οὐσία, θέτουν με τις ποικίλες χρήσεις τους (τόσο στο παρόν αριστοτελικό κείμενο όσο και σε συνάρτηση με άλλα) πολλά προβλήματα που αφορούν στην εξέλιξη της σκέψης του Αριστοτέλη· πολλά από αυτά περιγράφηκαν με ωραίο τρόπο τόσο από τον M. Frede [2], στον οποίο ο Καλλιγάς αφιερώνει την παρούσα μετάφραση, όσο και από άλλους σχολιαστές. Βέβαια, οι αναφορές στις λεπτομέρειες αυτών των ζητημάτων είναι συνοπτικές, όπως το επιτάσσει ο σκοπός της σειράς, αλλά παρά ταύτα είναι επαρκείς για την ενημέρωση του αναγνώστη που έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με το αριστοτελικό έργο.

Η μετάφραση των Κατηγοριών από τον Καλλιγά είναι στα περισσότερα σημεία της προσεγμένη και εύστοχη, βοηθούμενη από την απλότητα της σύνταξης και την αρκετά σαφή –σε σχέση με άλλα έργα του Αριστοτέλη– γλώσσα του πρωτοτύπου. Οι περισσότερες μεταφραστικές του επιλογές για την απόδοση των αριστοτελικών τεχνικών όρων δεν δημιουργούν προβλήματα στην κατανόηση και την καθαρότητα των νοημάτων. Ένα σημαντικό ζήτημα σε μία μετάφραση τέτοιων όρων από την αρχαία ελληνική στη νέα είναι το κατά πόσον κερδίζουν σε ακρίβεια αν παραμείνουν αμετάφραστοι ή αν πρέπει να μεταφραστούν με κόστος την απομάκρυνση από την έννοια του πρωτοτύπου. Με δεδομένο ότι από μία μετάφραση αναμένεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ικανότητα αντιστοίχησης, αλλά και ότι οι Έλληνες αναγνώστες στην πλειονότητα τους μπορούν να κατανοήσουν τεχνικούς όρους της αρχαίας φιλοσοφίας χωρίς να είναι απαραίτητη η διαμεσολάβηση μίας μετάφρασης τους, δεν είναι άτοπο αν ο μεταφραστής κρίνει ορθότερο να μην μεταφράσει συγκεκριμένους όρους. Ο Καλλιγάς ορθά αφήνει αμετάφραστους ευρέως γνωστούς όρους όπως το καθ’ ἕκαστον και το συμβεβηκὸς, υπενθυμίζοντας έτσι και τα όρια της μεταφρασιμότητας. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, σε άλλους όρους που χρειάζονται επεξήγηση μέσω της μετάφρασης, όπως το ζεύγος των όρων καθ’ ὑποκειμένου και ἐν ὑποκειμένῳ που μεταφράζονται αντίστοιχα «αποδίδεται (κάτι) ως σε υποκείμενο» και «ενυπάρχει (κάτι) σε κάποιο υποκείμενο». Άλλοι όροι μεταφράζονται προφανώς για λόγους γλωσσικής ευελιξίας όπως το καθόλου που αποδίδεται κατά το σύνηθες «καθολικό», καθώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλοτε ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο και άλλοτε ως επιθετικός προσδιορισμός. Η μετάφραση του επιθέτου γνώριμος ως «γνωριστικός» ξενίζει ελαφρώς στην πρώτη ανάγνωση, αλλά αποδεικνύεται καλή και πρωτότυπη επιλογή, αφού αποδίδει με μεγαλύτερη σαφήνεια το αρχαίο επίθετο και αποτρέπει τη σύγχυση με το νεοελληνικό. Ορθά, επίσης, στο κεφάλαιο των πρός τι μεταφράζει ο Καλλιγάς τις γενικές συγκριτικές με εμπρόθετους προσδιορισμούς, όπως «σχετικά με» και «αναφορικά με», για να αποφευχθεί η αμηχανία της συνεχούς χρήσης της γενικής πτώσης που στη νέα ελληνική είναι συχνά αδόκιμη. Ένα τελευταίο ζήτημα αφορά στην απόδοση του ὑπάρχω ή του εἶναι ως «ισχύει», όπως στο 4b8-9: τῷ γὰρ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἢ μὴ εἶναι, τούτῳ καὶ ὁ λόγος ἀληθὴς ἢ ψευδὴς εἶναι λέγεται, το οποίο αποδίδεται: «διότι η πρόταση λέγεται ότι είναι αληθής ή ψευδής επειδή η πραγματική κατάσταση ισχύει ή δεν ισχύει». Εν προκειμένω, όπως και σε πολλά άλλα σημεία, η μετάφραση με το «ισχύει» δεν δημιουργεί ασάφεια ή πρόβλημα στην κατανόηση, αλλά ταιριάζει στο περιεχόμενο της πρότασης. Δεν συμβαίνει, ωστόσο, αυτό παντού όπου το χρησιμοποιεί ο μεταφραστής, ιδίως στο Περί ερμηνείας, όπως θα αναφερθεί παρακάτω σε σύγκριση και με τη μετάφραση των Κεσίσογλου & Παπατσίμπα.

Το Περί ερμηνείας, έργο μεταγενέστερο των Κατηγοριών, διαθέτει σαφώς βαθύτερο υπόβαθρο, καθώς τη φαινομενικά στοιχειώδη ανάλυση των αρχικών κεφαλαίων διαδέχεται απότομα η σύνθετη πραγμάτευση μετά το κεφάλαιο εννέα. Επιπλέον, πρόκειται για κείμενο εξαιρετικά πυκνογραμμένο, ιδίως στα αρχικά κεφάλαια, με κρυπτικές αναφορές, ασυνήθιστες διατυπώσεις και αμφισβητούμενη ενότητα. Διαθέτει, με άλλα λόγια, τα βασικά χαρακτηριστικά της ώριμης συγγραφικής περιόδου του Αριστοτέλη, αν και η βασική του προβληματική, η αρχή της αντίφασης, θα λάβει πληρέστερη μορφή στο Βιβλίο Γ των Μετά τα φυσικά. Όλα αυτά αποτελούν πρόκληση για τους μεταφραστές-σχολιαστές, και για αυτόν τον λόγο αποτελεί εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία η παράλληλη μετάφραση του και από τον Καλλιγά και από τους Κεσίσογλου & Παπατσίμπα – καθώς για έναν αναγνώστη του αριστοτελικού έργου η δυνατότητα συνδυασμού των επιλογών και η ευχέρεια μεγαλύτερης εμβάθυνσης είναι ερεθιστική. Ως προς την επιλογή μεταξύ των δυο μεταφράσεων, η μετάφραση των Κεσίσογλου & Παπατσίμπα αναμφισβήτητα πλεονεκτεί, εφόσον η έκδοση τους περιλαμβάνει τη μετάφραση και τον σχολιασμό μόνο του Περί ερμηνείας. Επιπλέον, απευθύνεται ίσως περισσότερο σε ακαδημαϊκό κοινό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λαμβάνει μέριμνα και για την εξομάλυνση των δυσκολιών αποβλέποντας και στους ανειδίκευτους αναγνώστες. Εντούτοις, είναι προφανές ότι οι δύο εκδοτικές απόπειρες μάλλον συμπληρώνουν η μία την άλλη αφού η καθεμιά δίνει βάρος σε διαφορετικά σημεία, και αυτό μόνο ευεργετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει γιατί φωτίζει το αριστοτελικό κείμενο από διαφορετικές γωνίες.

Συγκεκριμένα, ο σχολιασμός του Καλλιγά έχει ως προτεραιότητα τη συστηματοποίηση και την ανάλυση των δομών και των προϋποθέσεων της αρχής της αντίφασης στις ποικίλες εκφάνσεις της. Σε αυτό αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη και η παραπομπή στο λογικό τετράγωνο των αντιθέσεων (σ. 135) που διασώζει στο υπόμνημα του ο Αμμώνιος. Η εισαγωγή του Καλλιγά αφιερώνεται στο μεγαλύτερο μέρος της σε αυτόν τον σκοπό, όχι αδικαιολόγητα. Ο σχολιασμός του, όπως και στη μετάφραση των Κατηγοριών, γίνεται με υποσελίδιες παραπομπές και είναι εύλογα περισσότερο εκτεταμένος και αναλυτικός από όσο των Κατηγοριών, δεδομένης και της μεγαλύτερης δυσκολίας. Παρά ταύτα, θα βοηθούσε ακόμη περισσότερο τον αναγνώστη αν αυτή η συστηματικότητα, όπως φερ’ ειπείν η διάκριση σε θεματικές υποενότητες ή η ανάλυση της δομής των επιχειρημάτων και της συλλογιστικής τους πορείας, επεκτεινόταν και στα συνθετότερα κεφάλαια, για τα προβλήματα των οποίων γίνεται σύντομη αναφορά στην εισαγωγή και τα σχόλια. Βέβαια, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε λεπτομερέστερο σχολιασμό, πράγμα που ενδεχομένως ξεφεύγει από τον λειτουργικό σκοπό της έκδοσης. Σε μεγάλο βαθμό αυτές οι ελλείψεις, που δεν είναι ουσιώδεις, αποκαθίστανται από τον σχολιασμό των Κεσίσογλου & Παπατσίμπα.

Η έκδοση των Κεσίσογλου & Παπατσίμπα διαθέτει ελαφρώς διαφορετική δομή. Προτάσσεται ένας σύντομος πρόλογος και στη συνέχεια η εκτεταμένη εισαγωγή, τη συγγραφή της οποίας μοίρασαν οι μεταφραστές. Ευχάριστη έκπληξη προκαλεί, κατά την επισκόπηση των κεφαλαίων της εισαγωγής, η αναλυτική αναφορά στην έννοια του όρου ἑρμηνεία –που εδώ σημαίνει τη «γλωσσική μορφή της σκέψης» [3], αλλά ως τεχνικός όρος δεν απαντά στο Περί ερμηνείας– και την πορεία του στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, στο περιεχόμενο του συγγράμματος και της αριστοτελικής λογικής, στη συμβολή του Περί ερμηνείας στη φιλοσοφία της γλώσσας αλλά και στη φιλοσοφική οπτική επί αυτού σύγχρονων στοχαστών, όπως ο Χάιντεγκερ και ο Αγκάμπεν. Η εισαγωγή, με αυτόν τον τρόπο, διευρύνει κατά πολύ τον ορίζοντα του πεδίου που διανοίγει το έργο του Αριστοτέλη, δίνοντας μία αδρή εικόνα της μεγάλης σημασίας του και της βαθύτατης επιρροής του στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας. Την εισαγωγή ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου σε αντιπαράθεση με το πρωτότυπο, η οποία επίσης ανελήφθη τμηματικά (τα κεφάλαια ένα έως έξι μετέφρασε ο Κεσίσογλου και τα κεφάλαια επτά έως δεκατέσσερα ο Παπατσίμπας), και έπεται ο εκτενής σχολιασμός.

Σοφή επιλογή αποτελεί η πρόταξη θεματικού τίτλου σε κάθε κεφάλαιο, καθώς και η διάκριση του σχολιασμού σε γενικό και ειδικό μέρος (στο ειδικό σχολιάζονται οι επιμέρους φράσεις του κειμένου, εφόσον είναι αναγκαίο). Τα σχόλια τοποθετούνται σε ξεχωριστή ενότητα όχι μόνο για να μην διακόψουν τη ροή της ανάγνωσης αλλά και γιατί η μεγάλη έκταση και ο αυξημένος βαθμός της δυσκολίας τους υποχρεώνει σε αυτόνομη παρουσίαση τους. Και εδώ, όπως και στον σχολιασμό του Καλλιγά, αλλά πολύ αναλυτικότερα, είναι εμφανής η προσπάθεια επεξήγησης των αριστοτελικών τεχνικών όρων, του συστήματος της αρχής της αντίφασης και των συναπτόμενων με αυτήν αρχών (όπως η αρχή του αποκλειόμενου τρίτου), και γενικά η επεξεργασία τύπων, σχημάτων και συμβόλων που αποσαφηνίζουν την πορεία της λογικής θεωρίας. Επίσης, πολύ ορθά οι μεταφραστές κάνουν χρήση όλου του corpus των υπομνημάτων, αρχαίων και μεσαιωνικών, όπου οι αναφορές σε αυτά είναι απολύτως χρήσιμες και παραγωγικές. Υπάρχουν σημεία στα οποία ο σχολιασμός, επεκτεινόμενος σε πολλαπλές παραπομπές χωρίς περισσότερες διευκρινίσεις, καθίσταται ασαφής (όπως στο σχόλιο 8 του κεφαλαίου 3 που αφορά στα ῥήματα ως ὀνόματα, σ. 192), όμως, τα σημεία αυτά είναι σπάνια και δεν μειώνουν τη συνολική αξία της προσπάθειας. Τον σχολιασμό ακολουθούν τέσσερα επίμετρα που εμβαθύνουν περαιτέρω σε εννοιολογικά ζητήματα του κειμένου. Το πρώτο δίνει το περίγραμμα της αριστοτελικής σημειωτικής θεωρίας και το δεύτερο αφορά στην ενότητα και τα είδη του αποφαντικού λόγου. Στο τρίτο επίμετρο, στο οποίο επεξηγούνται όροι όπως ο ντετερμινισμός, ο φαταλισμός κ.α. που άπτονται της ανάλυσης των κεφαλαίων (ιδίως του ενάτου), εξομαλύνονται οι εννοιολογικές δυσχέρειες των σχολίων. Στο τέταρτο επίμετρο γίνεται προσπάθεια να εφαρμοσθεί εμπράκτως η εξαίρεση από την αρχή της αντίφασης των ατομικών μελλοντικών αποφάνσεων, με βάση το ιστορικό παράδειγμα της ναυμαχίας της Σαλαμίνας.

Η ύπαρξη δύο μεταφράσεων του ίδιου αριστοτελικού κειμένου συνιστά εξαιρετικά ευχάριστη αφορμή για κατά λέξη σύγκριση. Το Περί ερμηνείας δεν είναι ένα εύκολο κείμενο, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του. Ακόμα και στα σημεία που η σύνταξη δεν παρουσιάζει περιπλοκές, το ύφος του παραμένει πυκνό και υπαινικτικό, πράγμα που θέτει ένα επιπρόσθετο πρόβλημα στον μεταφραστή: πώς πρέπει να το αντιμετωπίσει προκειμένου να είναι καταληπτό στον αναγνώστη και ταυτόχρονα να διατηρεί την εγγύτητα στις διατυπώσεις του πρωτοτύπου; Οι μεταφραστές ακολούθησαν δύο διαφορετικούς δρόμους, αποσκοπώντας, όμως, στον ίδιο στόχο: στην απάλυνση της δυσκολίας του κειμένου. Ο Καλλιγάς προτίμησε να διατηρήσει ως επί το πλείστον στη μετάφραση του τη λεκτική πυκνότητα, ενώ οι Κεσίσογλου & Παπατσίμπας ακολούθησαν αναλυτικότερη μετάφραση με πολλές περιφράσεις. Τα παραδείγματα είναι αρκετά: τὰ ἐν τῇ φωνῇ λ.χ. μεταφράζονται από τον Καλλιγά μονολεκτικά με τον όρο «εκφωνήματα» ενώ ο Κεσίσογλου μεταφράζει «όσα διαρθρώνονται μέσω της φωνής», επιλογή που δικαιολογείται επαρκώς στο αντίστοιχο σχόλιο. Ανάλογα αποτελέσματα έχουν άλλοι όροι όπως τὰ ἐν τῇ διανοίᾳ που μεταφράζεται «διανοήματα» από τον Καλλιγά και «ενεργήματα της διάνοιας» από τον Παπατσίμπα, ή και απλούστερες έννοιες όπως η ἀπάτη που από τον Καλλιγά μεταφράζεται «εξαπάτηση» ενώ από τον Παπατσίμπα «διανοητικό ολίσθημα».

Στο μεγαλύτερο μέρος τους και οι δύο μεταφραστικοί τρόποι δεν δημιουργούν πρόβλημα σαφήνειας και η ενδεχόμενη προτίμηση αφορά κυρίως στο ζήτημα του ύφους. Υπάρχουν, όμως, κάποια –όχι πολλά– σημεία στα οποία η υπερβολική πυκνότητα της μετάφρασης του Καλλιγά καταλήγει σε ασάφεια, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στο 20b39: πάλιν εἰ τὸ λευκόν, καὶ τὸ ἅπαν, ὥστε…, που μεταφράζεται με παράλειψη των ρημάτων: «αλλά πάλι αν το λευκό, τότε και ο συνδυασμός, οπότε...» ενώ η μετάφραση του Παπατσίμπα, πιο στρογγυλεμένη και ελεύθερη, αποδίδει πληρέστερα το νόημα: «αν, ωστόσο, αποδοθεί το “λευκός”, και η κατηγορική εκφορά αλήθευε πάλι συνολικά, τότε…». Αυτό δεν σημαίνει ότι μία αναλυτική μετάφραση είναι πάντα εύστοχη· στο 16a22-24, η φράση οὐ μὴν οὐδ' ὥσπερ ἐν τοῖς ἁπλοῖς ὀνόμασιν, οὕτως ἔχει καὶ ἐν τοῖς πεπλεγμένοις αποδίδεται από τον Κεσίσογλου «επιπλέον, στα απλά ονόματα ό,τι συμβαίνει, καθόλου δεν είναι και αυτό που συμβαίνει στα σύνθετα», ενώ μάλλον προτιμότερη είναι η απλούστερη του Καλλιγά: «όχι πως στα σύνθετα ονόματα ισχύει ακριβώς το ίδιο όπως στα απλά». Μπορεί, όμως, να συμβαίνει και το αντίστροφο, όπως στο 23b10-11: οὔθ' ὅσαι ὑπάρχειν τὸ μὴ ὑπάρχον δοξάζουσιν οὔθ' ὅσαι μὴ ὑπάρχειν τὸ ὑπάρχον, που ο Καλλιγάς μεταφράζει «ούτε εκείνες που θεωρούν ότι ισχύει γι’ αυτό αυτό που δεν ισχύει, ούτε εκείνες που θεωρούν ότι δεν ισχύει αυτό που ισχύει» ενώ ο Παπατσίμπας πιο λιτά: «ούτε όσες πρεσβεύουν ότι υπάρχει το ανύπαρκτο ούτε όσες υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει αυτό που υπάρχει». Σε αυτήν την τελευταία πρόταση, όπως και στο 19a23-24 (τὸ μὲν οὖν εἶναι τὸ ὂν ὅταν ᾖ, καὶ τὸ μὴ ὂν μὴ εἶναι ὅταν μὴ ᾖ, που ο Καλλιγάς μεταφράζει «όταν κάτι ισχύει, ισχύει, ενώ, όταν δεν ισχύει, δεν ισχύει»), διαφαίνεται ότι η επιλογή της μετάφρασης με τα «ισχύει/δεν ισχύει» για τα ὑπάρχειν/μὴ ὑπάρχειν ή εἶναι/μὴ εἶναι και «κάτι» για τα ὂν/μὴ ὂν, δεν αποδίδει όλες τις αποχρώσεις των όρων. Αντίθετα, η περιφραστική μετάφραση του Παπατσίμπα για τα εἶναι/μὴ εἶναι με το «ισχύει η ύπαρξη» και η επιλογή να μείνουν αμετάφραστα τα ὂν/μὴ ὂν τείνει σε ένα πιο στρωτό αποτέλεσμα: «ισχύει για το ον η ύπαρξη, όταν υπάρχει, ενώ για το μη ον η μη ύπαρξη, όταν δεν υπάρχει». Τέλος, για να μην γίνεται κουραστική η συνεχής παράθεση συγκρίσεων, μία παρατήρηση για τη μετάφραση του συμβεβηκότος από τον Παπατσίμπα κατά το πλείστον με το «συμπτωματικό», μία φορά στο 21a15-16 με το πιο πρωτότυπο «περιστασιακό» και στο 23b17 με τον εμπρόθετο «κατά σύμπτωση». Υπάρχει το σχόλιο 11 στις ερμηνευτικές σημειώσεις του κεφαλαίου 11 που δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό την αντιστοίχηση της σύμπτωσης με το αριστοτελικό συμβεβηκός, υπάρχουν, όμως, και άλλα σημαινόμενα που δεν αποδίδονται πλήρως γιατί το συμβαίνειν εκτός συμπτωματικών και περιστασιακών γνωρισμάτων περιλαμβάνει και σταθερές ιδιότητες, όχι απαραίτητα αναγόμενες στην τύχη [4]. Βέβαια, η μετάφραση με περισσότερες απόπειρες καταδεικνύει και τη μέριμνα του μεταφραστή να χρησιμοποιήσει όσες περισσότερες λεξικές επιλογές μπορεί, αλλά το αποτέλεσμα μπορεί να καταλήγει σε αστοχία όπως στην παρένθεση του 23b17: συμβέβηκε γὰρ αὐτῷ οὐ κακῷ εἶναι, το οποίο μεταφράζεται με τον πλεονασμό «συνέβη κατά σύμπτωση». Παρότι η τήρηση ενιαίας μεταφραστικής στάσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι πάντα δόκιμη, σε περιπτώσεις όρων όπως το συμβεβηκός είναι σαφώς λειτουργικότερη. Ωστόσο, αυτές οι παρατηρήσεις σε καμία περίπτωση δεν μειώνουν την αξία και των δύο μεταφράσεων που παραμένει πολύ υψηλή.

Σε μία συνολική αποτίμηση, τόσο η εργασία του Καλλιγά όσο και εκείνη των Κεσίσογλου & Παπατσίμπα ανταποκρίνονται στις προκλήσεις των αριστοτελικών κειμένων ως λεπτομερείς και αναλυτικές παρουσιάσεις που έλειπαν από την ελληνική βιβλιογραφία. Λαμβανομένων υπόψη των δυσκολιών, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τον σκοπό τους. Οι δύο αυτές μεταφράσεις πρέπει να χαιρετισθούν ως ένα μεγάλο εκδοτικό γεγονός [5].


Σημειώσεις:
[1] Αριστοτέλης: Άπαντα, τ. 23: Ὅργανον 1: Κατηγορίαι, Περὶ ἑρμηνείας. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Η.Π. Νικολούδης (Αθήνα: Κάκτος 1994).
[2] M. Frede, «Categories in Aristotle», στο DJ O’Meara (επιμ.), Studies in Aristotle (Studies in Philosophy and History of Philosophy, vol. 9· Washington: The Catholic University of American Press 1981).
[3] Βλ. και I. Düring, Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ. Α΄ (μτφρ. Π. Κοτζιά-Παντελή· Αθήνα: ΜΙΕΤ 2006), σ. 134.
[4] Βλ. και την ερμηνεία του όρου από τον Χάιντεγκερ: «τα γνωρίσματα ονομάζονταν τὰ συμβεβηκότα, δηλαδή εκείνα που βαίνουν πάντα ήδη μαζί με ό,τι κάθε φορά κείτεται από κάτω»· Μ. Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Γ. Τζαβάρας (Αθήνα: Δωδώνη 1986), σ. 38.
[5] Οφείλεται θερμή ευχαριστία στους ανώνυμους κριτές που με τις καίριες επισημάνσεις και τις διακριτικές τους παρεμβάσεις συνέβαλαν ευεργετικά στην διαμόρφωση της τελικής μορφής αυτού του κειμένου.



Δημοσιεύθηκε: 31.7.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Λορεντζάκης, Β.: (Βιβλιοκρισία των:) Αριστοτέλης: Κατηγορίαι – Περὶ ἑρμηνείας (Μετάφραση – εισαγωγή – επιμέλεια: Π. Καλλιγάς. Αθήνα: Νήσος 2011)· Αριστοτέλης: Περὶ ἑρμηνείας (Εισαγωγή – μετάφραση – ερμηνευτικές σημειώσεις: Α. Κεσίσογλου & Γ. Παπατσίμπας· Αθήνα: Σμίλη 2012). Κριτικά 2012-10, <http://www.philosophica.gr/ critica/2012-10.html>.



ISSN 1791-776X