Pdf

2012-11

Χέγκελ: Λογική

Georg Wilhelm Friedrich Hegel: Η επιστήμη της Λογικής: Η διδασκαλία περί της ουσίας (α). Πρόλογος, μετάφραση, σημειώσεις, επιλεγόμενα: Θ. Πενολίδης. Αθήνα: Κράτερος 2010, 430 σ., 20 €.



Κρίνει ο Ερμύλος Γεώργιος Πλευράκης (Υπ. Δρ Φιλοσοφίας)
Plevrakis@stud.uni-heidelberg.de

Το κυρίως μέρος της έκδοσης αποτελείται από τη μετάφραση του πρώτου από τα τρία μέρη του δευτέρου από τους τρεις τόμους της Επιστήμης της Λογικής του Χέγκελ, δηλαδή εκείνο το μέρος της Διδασκαλίας της ουσίας (1813) που τιτλοφορείται «Η ουσία ως ενεικόνιση εντός του ίδιου του εαυτού της». Αυτό συνοδεύεται από τη μετάφραση της Εισαγωγής στη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του ίδιου έργου (1832), καθώς επίσης από εκτενή Επιλεγόμενα τα οποία μπορούν να διακριθούν σε δύο ενότητες: μία γενική εισαγωγή στο μεταφρασμένο έργο και ερμηνευτικά σχόλια στις επιμέρους παραγράφους του.

Η Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (εφεξής: Λογική), σε αντίθεση προς την παραδοσιακή ή τη μαθηματική Λογική, εξετάζει έννοιες με συγκεκριμένο περιεχόμενο. Οι έννοιες αυτές δεν επιλέγονται με βάση κάποιο προκαθορισμένο κριτήριο, αλλά κάθε μία οφείλει να προκύπτει από την ενδελεχή παρατήρηση μιας άλλης («διαλεκτικά»). Το τελικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας παρατήρησης συνδέει σε μία συστηματική ενότητα έννοιες φαινομενικά εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, όπως π.χ. «ποσότητα», «ταυτότητα», «ιδέα», καθώς και εν γένει τις σημαντικότερες έννοιες της παραδοσιακής μεταφυσικής. Το εγχείρημα αυτό είναι κάτι παραπάνω από φιλόδοξο, και η Λογική δεν θεωρείται τυχαία ένα από τα πιο δυσνόητα έργα στην ιστορία της φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα, η Διδασκαλία της ουσίας πραγματεύεται έννοιες που αποτυπώνουν τη σχέση μεταξύ αυτού που απλώς είναι και αυτού που θεωρείται ως η ουσία του πρώτου. Ένα παράδειγμα τέτοιας σχέσης αποτελεί η έννοια του πραγματικού αιτίου, η οποία συμπληρώνεται αναγκαία από την έννοια του αιτιατού [1]. Η παρατήρηση ωστόσο της τελευταίας δείχνει ότι το αιτιατό είναι κάτι που δεν εξαρτάται μόνο από το πραγματικό του αίτιο, αλλά και από μια σειρά άλλων παραγόντων που θεωρούνται καταρχήν δευτερεύοντες. Η παραδοχή δευτερευόντων παραγόντων συνεπάγεται όμως τη σχετικοποίηση του πραγματικού αιτίου και με αυτόν τον τρόπο η ανάλυση της Λογικής οδηγείται σε νέες έννοιες, όπως αυτές του όρου ή της ύπαρξης. Γλαφυρή γίνεται αυτή η λογική κίνηση με ένα επιπλέον παράδειγμα από τον χώρο της μεταφυσικής: Σε πολλά θεολογικά συστήματα ο Θεός χαρακτηρίζεται ως το αίτιο και η φύση ως το αιτιατό. Το όλον της φύσης όμως εμπεριέχει και άλλα στοιχεία που δεν εξαρτώνται άμεσα από τον Θεό και εκλαμβάνονται ως τυχαία ή απλά δεδομένα. Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία συνιστούν το αποκαλούμενο «φυσικό κακό». Καθόσον όμως τα εν λόγω συστήματα μένουν προσηλωμένα στο ζεύγος σκέψης «αίτιο-αιτιατό», αδυνατούν να δώσουν μια απάντηση στο ερώτημα του φυσικού κακού – κάτι που, κατά τον Χέγκελ, δεν ισχύει για τη Λογική.

Ο μεταφραστής αντιμετωπίζει το εγχείρημα της Λογικής και τη λεπτότητα και πολυπλοκότητα των πολλαπλών εννοιολογικών διακρίσεων που αυτό συνεπάγεται με υποδειγματική σοβαρότητα. Το ότι τελικά προσφέρει ένα τραχύ κείμενο δεν μπορεί να αποτελέσει μομφή για τη μεταφραστική του πρόταση, η οποία φιλοδοξεί να αποδώσει στα Ελληνικά τον πυρήνα μίας από τις πιο συμπυκνωμένες ιδιολέκτους στην ιστορία της φιλοσοφίας. Αντίθετα μάλιστα, η πολλαπλώς επιβεβαιούμενη βαθειά του γνώση της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας καθώς και η σε αυτές στηριζόμενη λεξιπλαστική του δεινότητα, που παλεύει με τα όρια της νέας ελληνικής, προκαλούν θαυμασμό. Καθώς ο Πενολίδης δεν επιλέγει να συνοδεύσει το μεταφρασμένο κείμενο με ογκώδεις υποσημειώσεις, οι οποίες θα επεξηγούσαν μεν τις μεταφραστικές του επιλογές, αλλά και θα δυσχέραιναν σημαντικά τη ροή της ανάγνωσης, η κατανόηση του έργου του εξαρτάται τελικά σε πολύ μεγάλο βαθμό από την κατανόηση των εκτενών Επιλεγομένων. Σε αυτά λοιπόν θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας.

Στην πρώτη ενότητα των Επιλεγομένων (σ. 309-67), ο Πενολίδης αποπειράται μία εισαγωγή στο όλο εγχείρημα της Λογικής καθώς και στις κεντρικότερες έννοιές της. Στον ίδιο επίσης τόπο ο αναγνώστης προσδοκά από τον μεταφραστή την αιτιολόγηση της επιλογής του να ξεκινήσει τη μετάφραση της Λογικής όχι από την αρχή της –όπως είθισται– αλλά από τη μέση της· προσδοκά επίσης μια περίληψη όσων έχουν προηγηθεί, λογική συνέχεια των οποίων αποτελεί το παρόν μεταφρασμένο τμήμα· προσδοκά, τέλος, μια ειδική εισαγωγή στο συγκεκριμένο μεταφρασμένο τμήμα της Λογικής, το οποίο δεν συμπίπτει με ολόκληρη τη Διδασκαλία της ουσίας. Από τη δεύτερη ενότητα των Επιλεγομένων (σ. 368-426) ο αναγνώστης αναμένει ένα βοηθητικό ανάγνωσμα που θα διευκόλυνε την πρόσβαση στο μεταφρασμένο κείμενο. Αυτό θα μπορούσε να είναι είτε ένα υπόμνημα που θα ανέλυε διεξοδικά το περιεχόμενο και τη δομή του μεταφρασμένου κειμένου, είτε μία αναπαραγωγή των κυριοτέρων σημείων του σε μία ευρύτερα κατανοητή φιλοσοφική ιδιόλεκτο.

Κατ’ αρχάς, ερωτηματικά προκαλεί η επιλογή του Πενολίδη να χρησιμοποιήσει τη «Λογική της Ιένας από το έτος 1804/1805» για να εισαγάγει τον αναγνώστη του στο «φιλοσοφικό πρόγραμμα της επιστήμης της Λογικής» (σ. 313). Η λεγόμενη Λογική της Ιένας αποτελεί ένα σχεδίασμα του Χέγκελ γραμμένο πολύ πριν από το τελικό κείμενο της Λογικής, συγκεκριμένα οκτώ και 27 αντιστοίχως χρόνια πριν από τα δύο κείμενα που μεταφράζει ο Πενολίδης. Ο ίδιος ο Χέγκελ επέλεξε να μην την δημοσιεύσει ποτέ, ενώ η διαφοροποίηση και εξέλιξη της σκέψης του μέχρι τις διάφορες εκδόσεις και εκδοχές της τελικής Λογικής αποτελεί κεντρικό ερώτημα για τους ιστορικούς της φιλοσοφίας που μελετούν το εγελιανό σύστημα. Οι ισχυρισμοί του μεταφραστή ότι το φιλοσοφικό πρόγραμμα της εποχής της Ιένας απλώς «εμπλουτίζεται» από την Επιστήμη της Λογικής (σ. 328) ή ότι κάποιες έννοιες απαντώνται εξίσου στον πρώιμο όσο και ύστερο Χέγκελ «χωρίς ουσιαστική τροποποίηση» (σ. 314) –και εδώ συγκαταλέγονται κατά τον Πενολίδη ακόμα και έννοιες όπως «αγάπη» και «ζωή» που απαντώνται σε χειρόγραφα του Χέγκελ έως και έξι χρόνια πριν από τη Λογική της Ιένας (σ. 329 κ. εξ.)– πέραν τού ότι δεν είναι αυτονόητοι, αφορούν αποκλειστικά στην ιστορική έρευνα και δεν θα έπρεπε να συγχέονται με το καθαρά συστηματικής φύσης έργο της εισαγωγής στο δεδομένο κείμενο. Εξάλλου, η Λογική της Ιένας δεν θεωρήθηκε ποτέ από τον Χέγκελ (εισαγωγή στο) «φιλοσοφικό πρόγραμμα της επιστήμης της Λογικής», αλλά αποτέλεσε σχεδίασμα μίας διαφορετικής Λογικής η οποία, αν μη τι άλλο, διακρίνεται ρητά από τη Μεταφυσική. Ο Πενολίδης δεν διευκρινίζει για ποιον λόγο προτιμά να παρακάμψει μέσω της Λογικής της Ιένας την οικεία Εισαγωγή της Επιστήμης της Λογικής που ο ίδιος μεταφράζει και συρράφει στην αρχή της Διδασκαλίας της ουσίας – αποσιωπώντας, παρεμπιπτόντως (σ. 13, 16), το γεγονός ότι ούτε και αυτή η Εισαγωγή περιλαμβάνεται στα όρια που θέτει ο τίτλος του μεταφρασμένου έργου. Πιθανόν αυτή η επιλογή να οφείλεται στο ότι η Λογική της Ιένας «αφορμάται» από αυτό που αποτελεί τον βασικό ερμηνευτικό και μεταφραστικό άξονα του Πενολίδη, δηλαδή «από την συνταύτιση των εννοιών Λόγος και σχέση εαυτού προς εαυτόν» (σ. 314), κάτι που δεν ισχύει για το κείμενο της εισαγωγής που μεταφράζει ο ίδιος, όπου η γερμανική διατύπωση «Beziehung auf sich» («σχέση εαυτού προς εαυτόν») δεν απαντάται καν. Αυτό όμως εγείρει ερωτηματικά για το αν και ο ίδιος ο Χέγκελ θεωρεί τη συγκεκριμένη διατύπωση τόσο σημαντική.

Αντιστοίχως προβληματική κρίνεται η επιλογή του Πενολίδη να παραθέσει μια περίληψη και ερμηνεία ορισμένων σημαντικότατων εννοιών τόσο του πρώτου μέρους όσο και άλλων μερών της Λογικής (τα οποία δεν μεταφράζει στο παρόν έργο) επίσης «σύμφωνα με την Λογική της Ιένας από το έτος 1804/1805» (σ. 313) και όχι με βάση το τελικό κείμενο της Λογικής. Η ερμηνεία ενός προγενέστερου κειμένου δεν επιτρέπεται να υποκαθιστά αυτήν ενός μεταγενέστερου και, ως εκ τούτου, ολόκληρο αυτό το τμήμα των Επιλεγομένων (σ. 314-27) πρέπει να αντιμετωπισθεί ως καταρχήν παραπλανητικό.

Αναφορικά με την επιλογή του Πενολίδη να ξεκινήσει τη μετάφραση της Λογικής με τον δεύτερο τόμο της, ο αναγνώστης θα βρει στα Επιλεγόμενα μόνο νύξεις. Οι νύξεις αυτές συγκεφαλαιώνονται στη θέση ότι στη «Λογική της Ουσίας [...] απαντάται η αυτοσυνείδηση της εγελιανής φιλοσοφίας εν γένει» (σ. 312). Μία άλλη ομάδα χωρίων των Επιλεγομένων φαίνεται ωστόσο να υποστηρίζει την αντίθετη θέση, ότι δηλαδή η «Λογική της Ουσίας αποκαλύπτει την αλήθεια του Είναι, όχι όμως και την αλήθεια εν γένει» (σ. 335). Ο Πρόλογος της έκδοσης προϊδεάζει, από την άλλη, ότι η ενασχόληση με τον δεύτερο τόμο της Λογικής «θα διανοίξει στον προσεκτικό αναγνώστη την οδό προς την εγελιανή έννοια του Είναι, αλλά και προς την ίδια την καταληπτική Έννοια ως την ακραιφνή έμμεση συναγωγή του εαυτού και του μη-Είναι του εαυτού» (σ. 13· η διατύπωση «καταληπτική Έννοια» αποτελεί την ελληνική απόδοση του «Begriff»). Σύγχυση όμως θα προκαλέσουν στον ίδιο αναγνώστη οι παρατηρήσεις ότι, αντίθετα προς τον Πρόλογο, το μότο του βιβλίου (σ. 11) αναφέρεται αποκλειστικά στη σημασία της καταληπτικής Έννοιας (που εκτυλίσσεται στο τρίτο βιβλίο της Λογικής)· ότι η «θεωρία» της καταληπτικής Έννοιας (και όχι της Ουσίας) είναι το «κλειδί» για την κατανόηση ολόκληρου του εγελιανού συστήματος (σ. 332)· και ότι η Διδασκαλία της ουσίας χαρακτηρίζεται τελικά ως μία «άστοχη πραγμάτωση του έλλογου Γνωρίζειν» (σ. 333). Και αν ακόμα αυτή η αστοχία διανοίγει πράγματι την οδό τόσο προς τον τρίτο όσο και προς τον πρώτο τόμο της Λογικής, ο αναγνώστης των Επιλεγομένων εύλογα θα εξακολουθήσει να αναρωτιέται τι διανοίγει την οδό προς τον δεύτερο τόμο της, ή ακόμα, γιατί η μετάφραση του Πενολίδη δεν ξεκινάει κατευθείαν με το «κλειδί» για την κατανόηση του εγελιανού συστήματος, δηλαδή με τον τρίτο τόμο της Λογικής.

Από τα Επιλεγόμενα απουσιάζει επίσης μία παράγραφος αφιερωμένη στο συγκεκριμένο μεταφρασμένο τμήμα της Διδασκαλίας της ουσίας. Ο αναγνώστης, μάλιστα, που θα αναζητήσει κάτι τέτοιο θα οδηγηθεί πιθανότατα και πάλι σε σύγχυση, καθώς, όταν ο Πενολίδης σχολιάζει στα Επιλεγόμενα την Διδασκαλία της ουσίας, δεν διακρίνει μεταξύ των τμημάτων της. Ενδεικτική είναι, εν προκειμένω, η συμπερασματική παρατήρηση ότι η «Ουσία φαίνεται, δηλαδή αποβάλλει από τον εαυτό της την εμφέρεια προς τον εαυτό της και δημιουργεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την διοριστική αμεσότητα του ετέρου», με την οποία κλείνει η πρώτη και εισάγεται η δεύτερη ενότητα των Επιλεγομένων (σ. 367). Προς διευκρίνιση τού «η Ουσία φαίνεται» ο μεταφραστής παραθέτει το γερμανικό «das Wesen scheint», χωρίς όμως παραπομπή στο πρωτότυπο κείμενο. Ανατρέχοντας ωστόσο σε αυτό ο γερμανομαθής αναγνώστης παρατηρεί ότι ο Χέγκελ δεν χρησιμοποιεί πουθενά το ρήμα scheinen («φαίνομαι») χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, αλλά μόνο ακολουθούμενο είτε από μία απαρεμφατική πρόταση (την οποία ο Πενολίδης μεταφράζει ορθά με «να...»· σ. 79, 83) είτε από τον προσδιορισμό in (τον οποίο ο Πενολίδης επίσης ορθά αποδίδει τις περισσότερες φορές με «εντός»· σ. 90, 118). Χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, αντίθετα, χρησιμοποιεί ο Χέγκελ το ρήμα erscheinen, το οποίο ο Πενολίδης αποδίδει ως «εκφαίνομαι»· ενώ συνειρμικά ο αναγνώστης ενθυμείται και το αυτοπαθητικό offenbaren που ο Πενολίδης αποδίδει με το «φανερώνομαι» (σ. 73). Η ασαφής όμως διάκριση αυτών των όρων και η αντικατάστασή τους στο παραπάνω παράθεμα από το απροσδιόριστο «φαίνεσθαι» αποτελεί σημαντικότατο σκόπελο για την κατανόηση της όλης Διδασκαλίας της ουσίας. Διότι η ουσία καθόσον «φαίνεται [...] εντός του ίδιου του εαυτού της» –όχι δηλαδή αποβάλλοντας κάτι από τον εαυτό της όπως αναφέρει το παραπάνω παράθεμα– αποτελεί το πρώτο τμήμα της Διδασκαλίας της ουσίας, καθόσον απλώς «εκφαίνεται» το δεύτερο, ενώ, τέλος, καθόσον «φανερώνεται» το τρίτο (σ. 73).

Γενικά, η επεξήγηση των περισσότερων θεμελιωδών όρων και προβλημάτων της εγελιανής Λογικής που επιχειρείται στα Επιλεγόμενα θα πρέπει να χαρακτηριστεί από υπερβολικά απαιτητική έως συγκεχυμένη και ελλιπής. Από τη μία, τα διάφορα θέματα των Επιλεγομένων θίγονται κατ’ επανάληψιν αλλά μόνο “εν παρόδω”, χωρίς κάπου να εξαντλούνται ή να συγκεφαλαιώνονται όλες οι πλευρές τους· από την άλλη, ο μεταφραστής επιλέγει πολύ συχνά να ανατρέχει σε μια ορολογία που έχει αναπτύξει σε άλλα έργα του, χωρίς όμως να την εξηγεί επαρκώς στο παρόν έργο. Με αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης έχει συνεχώς την αίσθηση ότι κάτι κρύβεται πίσω από τις πενολίδειες αναλύσεις, αφήνεται όμως μάλλον αβοήθητος στην αναζήτησή του και σίγουρα είναι αναγκασμένος να φυλλομετρήσει πολλάκις το κείμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ήδη ο τίτλος της πρώτης παραγράφου των Επιλεγομένων: «Η αλληγορία της αντικειμενικής Λογικής» (σ. 309). Ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει τι είναι η «αντικειμενική Λογική» ή τι εννοεί ο μεταφραστής με τον όρο αυτό, δεν έχει καμία πιθανότητα να κατανοήσει τι είναι η «αλληγορία» της και εύλογα θα σκεφτεί να προστρέξει πρώτα στην ένατη παράγραφο των Επιλεγομένων με τίτλο «Η διαίρεση της Επιστήμης της Λογικής σε αντικειμενική και υποκειμενική Λογική [...]» (σ. 345). Ο γνώστης, αντίθετα, του Χέγκελ θα παρατηρήσει ότι η «αλληγορία» δεν αποτελεί κάποιον τυπικό εγελιανό όρο και, αφού διαπιστώσει ότι ο Πενολίδης πράγματι δεν τον αντιστοιχίζει με κάποιο όρο του πρωτότυπου κειμένου, θα έχει κάθε δικαίωμα να είναι δυσαρεστημένος από την ανάλυση που εμπεριέχεται σε αυτή την ενότητα, καθώς τελικά δεν ορίζεται ή, έστω, περιγράφεται η ίδια η «αλληγορία» αλλά μόνο μια ειδική της εκδοχή, δηλαδή η «δυναμική αλληγορία» (σ. 310, 311).

Το πιο καίριο ερώτημα που καλείται να απαντήσει η κριτική μίας οποιασδήποτε μετάφρασης είναι κατά πόσο αυτή αποδίδει εύστοχα το νόημα του πρωτοτύπου. Δυστυχώς όμως ακριβώς αυτό το ερώτημα είναι που εν προκειμένω δεν μάς επιτρέπεται να απαντήσουμε! Αυτό οφείλεται στην αρχή του Πενολίδη ότι «ο ερμηνευτής», και κατ’ επέκτασιν ο μεταφραστής, «είναι ο λιγότερο αρμόδιος να ομιλεί για την δική του ερμηνεία» (σ. 14). Όταν όμως ο μεταφραστής προτιμά να μην επεξηγεί τους αδόκιμους όρους που χρησιμοποιεί ή τους λόγους για τους οποίους τους επιλέγει, τότε ο αναγνώστης είναι καταδικασμένος να κάνει μόνο εικασίες σχετικά με το κείμενο που έχει μπροστά του. Ο θαυμασμός που αναφέραμε παραπάνω θα παραμείνει κατά την ανάγνωση του παρόντος έργου απορητικός και στην καλύτερη περίπτωση θα εντείνει την αίσθηση ότι ο μεταφραστής κρύβει από τον αναγνώστη του πολύ περισσότερα από αυτά που θα μπορούσε να του αποκαλύψει. Η αίσθηση αυτή επιβεβαιώνεται, όταν ο Πενολίδης παρεκκλίνει από την αρχή του και αφιερώνει λίγες γραμμές στην αιτιολόγηση των επιλογών του, π.χ. της πολύ εύστοχης απόδοσης του όρου Reflexion με «ενεικόνιση» (σ. 334 κ. εξ.) ή του Wesenheit με «ενουσία» (σ. 352).

Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, οι ελάχιστες επεξηγήσεις του Πενολίδη είναι ελλιπείς και έρχονται ετεροχρονισμένα. Για παράδειγμα, η υποσημείωση της σ. 381 πληροφορεί τον αναγνώστη ότι επειδή «οι όροι Bestimmung και Bestimmtheit αποτελούν διακριτές κατηγορίες της Λογικής του Είναι, αποδίδονται αυστηρά ως όριση και διορισμός αντιστοίχως. Κατά το Λεξικό του Δημητράκου η όρισις σημαίνει “ορισμός”, “προσδιορισμός”». Πέραν τού ότι οι συγκεκριμένοι όροι χρησιμοποιούνται ήδη από τις πρώτες σελίδες τόσο της μετάφρασης όσο και των Επιλεγομένων, και επομένως θα έπρεπε ήδη εκεί να είχαν διευκρινιστεί, πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η παρατήρηση του μεταφραστή δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από αυτά που απαντά: Δεν επεξηγεί τον όρο «διορισμός»· δεν διευκρινίζει ποια είναι η διαφορά του από τον «ορισμό»· δεν μας μαρτυρά τι ρόλο παίζουν οι όροι αυτοί στη Λογική του Είναι· και τέλος, δεν καθιστά σαφές αν ο μεταφραστής πράγματι συμφωνεί με την επεξήγηση του αναφερόμενου λεξικού. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι, ενίοτε και σε αντίθεση προς την αυστηρότητα που επικαλείται η εν λόγω υποσημείωση, ο μεταφραστής αποδίδει διαφορετικά ή ακόμα και συγχέει τους δύο αυτούς όρους (σ. 29, 37, 45). Ανάλογο παράδειγμα μη επεξήγησης μεταφραστικών επιλογών αποτελεί η απόδοση του Grund ως «εξ υπαρχής λόγος» (σ. 211). Στις σ. 405 και 328, όμως, ο ίδιος όρος αποδίδεται απλώς ως «υπαρχή», ενώ στη σ. 265 φαίνεται να διακρίνεται από την έννοια της αιτίας όπως και από τον προσδιορισμό «δυνάμει». Ποια η διαφορά και ποιο το κοινό αυτών των όρων και περιφράσεων, αν δηλαδή πρόκειται περί συνώνυμων εκφράσεων ή πράγματι περί διακριτών εννοιών, δεν το πληροφορούμαστε ούτε από την ίδια τη μετάφραση ούτε από τα ογκώδη Επιλεγόμενα που την συνοδεύουν. Η απορία μας θα γίνει μάλιστα πιο έντονη στρέφοντας την προσοχή μας προς παράγωγα του Grund, όπως το grundlos που αποδίδεται ως «άναρχο» και εναλλακτικά ως «το άνευ εξ υπαρχής λόγου» (σ. 303), ή το das Begründete που αποδίδεται ως «επακολούθημα» (σ. 219), με το οποίο, σημειωτέον, αποδίδεται περιστασιακά και το Resultat (σ. 41).

Η γενική αρχή του Πενολίδη να μην επεξηγεί τις μεταφραστικές του επιλογές παρουσιάζεται ιδιαιτέρως προβληματική, όταν θεωρηθεί σε σχέση προς την υπόλοιπη εγελιανή έρευνα και γραμματεία. Διότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο η συγκεκριμένη αρχή μοιάζει να απαξιώνει αξιωματικά τον διάλογο με τους υπόλοιπους ερευνητές και να επιδιώκει να αρθρώσει απλώς έναν παράλληλο μονόλογο. Δυστυχώς η εντύπωση αυτή ενισχύεται από την, ενίοτε, άκομψη πολεμική που ασκεί ο Πενολίδης σε διαφορετικές από τη δική του ερμηνευτικές-μεταφραστικές προτάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αφοριστική απόρριψη της απόδοσης του όρου aufheben με το «αίρω» και η αντιπρόταση του «αναιρώ» (σ. 364 υπ.). Ο μεταφραστής κάνει ορισμένες ορθές παρατηρήσεις για τη χρήση (όχι όμως για την ακριβή σημασία) των δύο ρημάτων· όταν ωστόσο εντείνει την κριτική του στο «αίρω» παρατηρώντας ότι πολύ συχνά οδηγεί σε μία «διαστατική περιγραφή» της εγελιανής διαλεκτικής (ό. π.), ο αναγνώστης αναρωτιέται γιατί αυτό δεν ισχύει εξίσου και για την πενολίδειο αντιπρόταση, δεδομένου ότι η αρχική σημασία του «αναιρώ» είναι «σηκώνω». Εξάλλου ο αμερόληπτος αναγνώστης πρέπει να παρατηρήσει εν προκειμένω ότι ο ίδιος ο Χέγκελ δεν απαρνείται πλήρως τη «διαστατική» πτυχή του aufheben [2].

Η δεύτερη ενότητα των Επιλεγομένων (σ. 368-426), τέλος, στην οποία ο Πενολίδης αναπαράγει εν πολλοίς το μεταφρασμένο κείμενο υπό το πρίσμα αυτών που αναπτύχθηκαν στην πρώτη ενότητα χρησιμοποιώντας αποκλειστικά την προσωπική του φιλοσοφική ιδιόλεκτο, παραμένει τουλάχιστον εξίσου απροσπέλαστη στον αναγνώστη όσο και το εγελιανό κείμενο.

Συμπερασματικά, το έργο του Πενολίδη μαρτυρά την ύπαρξη ενός μεγάλου δυναμικού στη σύγχρονη ελληνική εγελιανή έρευνα· ωστόσο δεν μεριμνά και τελικά αδυνατεί να γίνει κατανοητό από αυτόν στον οποίο απευθύνεται. Η κριτική που ασκήθηκε εδώ δεν ήταν παρά μία προτροπή για την εκπλήρωση της υπόσχεσης του μεταφραστή να συνεχίσει τον «διάλογο» με τον αναγνώστη του (σ. 14), και συγχρόνως μία υπόδειξη από την οπτική γωνία του τελευταίου για το πώς αυτός ο διάλογος θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα [3].


Σημειώσεις:
[1] «Αίτιο» και «αιτιατό» χρησιμοποιούνται εδώ ως πρόχειρες αποδόσεις των Grund και Begründetes, τα οποία ο Πενολίδης αποδίδει με «εξ υπαρχής λόγο» και «επακολούθημα», ενώ ο Τζωρτζόπουλος με «θεμέλιο» και «θεμελιούμενο» (Γκ. Χέγκελ, Επιστήμη της Λογικής: [Η μεγάλη Λογική]: Πρώτος τόμος – Δεύτερο βιβλίο: Η Διδασκαλία περί της ουσίας (μτφρ. Δ. Τζωρτζόπουλος· Αθήνα & Γιάννινα: Δωδώνη 1998), σ. 195.
[2] Πρβλ. G.W.F. Hegel, Wissenschaft der Logik I (επιμ. E. Moldenhauer & K.M. Michel· Frankfurt: Suhrkamp 1986), σ. 114.
[3] Ευχαριστώ τους ανώνυμους κριτές των Κριτικών για τις εύστοχες παρατηρήσεις τους.



Δημοσιεύθηκε: 7.9.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Πλευράκης, Ε.Γ.: (Βιβλιοκρισία του:) Georg Wilhelm Friedrich Hegel: Η επιστήμη της Λογικής: Η διδασκαλία περί της ουσίας (α). Πρόλογος, μετάφραση, σημειώσεις, επιλεγόμενα: Θ. Πενολίδης (Αθήνα: Κράτερος 2010). Κριτικά 2012-11, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-11.html>.



ISSN 1791-776X