Pdf

2012-12

Γουορμπάρτον: Τα βασικά της φιλοσοφίας

Nigel Warburton: Φιλοσοφία. Τα βασικά (μτφρ. Δ. Ρισσάκη). Αθήνα: Αρσενίδης 2010, 261 σ., 17 €.



Κρίνει ο Μανώλης Περάκης (Δρ Φιλοσοφίας)
emmper@gmail.com

Μια “εισαγωγή στη φιλοσοφία” είναι πάντοτε μια πρόκληση για κάθε καθηγητή φιλοσοφίας. Παρότι ένα τέτοιο εγχειρίδιο υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι απλό, εντούτοις η συγγραφή ενός εισαγωγικού έργου δεν είναι εύκολο εγχείρημα, καθώς απαιτεί τον συνδυασμό δυο εν μέρει διαφορετικών όψεων ενός ακαδημαϊκού: του ώριμου επιστήμονα (που έχει μια σφαιρική εποπτεία του αντικειμένου του) και του παιδαγωγού. Σε αντίθεση με ένα καθαρά ερευνητικό έργο, ένα εισαγωγικό βιβλίο απαιτεί από τον συγγραφέα του να “ξεχάσει” κάπως τον εαυτό του, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μετά από χρόνια ακαδημαϊκής τριβής, και να επιστρέψει στο “παιδί” που ήταν πριν από την επιστημονική του ωρίμανση. Το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται ένα τέτοιας φύσης βιβλίο δεν είναι το σύνηθες λόγιο κοινό που έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τα πολύπλοκα νοήματα και επιχειρήματα που συναντάμε στα περισσότερα καθαρά ερευνητικά φιλοσοφικά βιβλία. Αντιθέτως το κοινό ενός τέτοιου βιβλίου είναι είτε οι πρωτοετείς φοιτητές των πανεπιστημίων είτε ο μέσος φιλομαθής αναγνώστης που δεν διαθέτει ιδιαίτερη φιλοσοφική προπαιδεία.

Με τη φιλοδοξία της συγγραφής ενός εισαγωγικού βιβλίου φιλοσοφίας έχουν καταπιαστεί κατά καιρούς πολλοί ερευνητές, ακαδημαϊκοί και φιλόσοφοι, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Ένα πρόβλημα που συχνά εντοπίζεται στα βιβλία του είδους είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι συγγραφείς τους ξεχνάνε το “παιδί” που κάποτε υπήρξαν και οι ίδιοι. Στο παρελθόν, με το πρόσχημα της διατήρησης ενός επιπέδου λογιοσύνης, έχουν γραφεί εισαγωγικά βιβλία που μόνο εισαγωγικά δεν ήταν – κάποια διαβάζονταν με δυσκολία ακόμα και από συναδέλφους των συγγραφέων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μας ταλαιπώρησαν στο πανεπιστήμιο, στα πρώτα μας βήματα στη φιλοσοφία. Ένα βιβλίο εισαγωγής στη φιλοσοφία θα πρέπει να είναι κατά το δυνατόν απλό και προσιτό στον μη φιλοσοφικά πεπαιδευμένο αναγνώστη – διαφορετικά δεν έχει νόημα η ύπαρξή του.

Ένα τέτοιο απλό βιβλίο είναι το ανά χείρας Φιλοσοφία. Τα βασικά του Βρετανού Νάιτζελ Γουορμπάρτον (1962) [1]. Πρόκειται για τη δεύτερη μετάφραση του βιβλίου στην ελληνική. Η πρώτη μετάφραση από τη Βίκυ Χατζοπούλου [2] βασιζόταν στην τρίτη έκδοση του βιβλίου (1999), ενώ η παρούσα μετάφραση από τη Δέσποινα Ρισσάκη βασίζεται στη βελτιωμένη και επαυξημένη τέταρτη (2004), εξ ου και οι διαφορές τόσο στο περιεχόμενο (κάποιες προσθήκες στα περισσότερα κεφάλαια) όσο και στη γλώσσα. Το βιβλίο περιέχει αναλυτικό πίνακα περιεχομένων (σ. 9-14), έναν σύντομο Πρόλογο του συγγραφέα (σ. 15), μια γενική εισαγωγή (σ. 17-30) και επτά εκτενή κεφάλαια που εξετάζουν αντίστοιχα καίρια κατά τη γνώμη του συγγραφέα φιλοσοφικά θέματα, όπως τον Θεό (με νέες προσθήκες τα υποκεφάλαια για την κοσμική αρμονία, τον θάνατο και τον Επίκουρο, σ. 31-70), την ηθική (προσθήκη η συναισθηματική θεωρία, σ. 71-111), την πολιτική (προσθήκη η ελευθερία λόγου, σ. 112-48), τη γνωσιολογία (σ. 149-75), την επιστήμη (προσθήκη ο επιστημονισμός, σ. 176-99), τον νου (προσθήκη τα ζόμπι, σ. 200-29) και την τέχνη (σ. 230-55), ενώ στο τέλος προστίθεται Ευρετήριο όρων και ονομάτων (σ. 257-61). Για όσους ενδιαφέρονται να εμβαθύνουν περαιτέρω στις επιμέρους φιλοσοφικές θεματικές, στο τέλος κάθε κεφαλαίου παρατίθεται και η σχετική βιβλιογραφία (εμπλουτισμένη ακόμη και με διαδικτυακές πηγές).

Ένα βιβλίο εισαγωγής στη φιλοσοφία μπορεί να έχει θεματικό, ιστορικό ή και μεικτό χαρακτήρα. Στην Εισαγωγή του βιβλίου ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι «μια σοβαρή μελέτη της φιλοσοφίας συνεπάγεται έναν συνδυασμό ιστορικής και θεματολογικής μελέτης» (σ. 19), επιλέγει ωστόσο να προσδώσει θεματικό χαρακτήρα στο έργο του, καθώς «σε ένα συνοπτικό βιβλίο, όπως το παρόν, είναι αδύνατο να εκτιμήσει τις δυσκολίες στο έργο μεμονωμένων στοχαστών» (σ. 20). Στη συνέχεια ο συγγραφέας εντοπίζει τον ρόλο της φιλοσοφίας στον δυτικό πολιτισμό στην ανάλυση συγκεκριμένων ειδών ερωτημάτων με λογικά επιχειρήματα, στη διασάφηση της σκέψης μας και στην αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξής μας, ενώ μπορεί παράλληλα να είναι μια απολαυστική δραστηριότητα. Η φήμη της φιλοσοφίας ως δύσκολης οφείλεται στον υψηλό βαθμό αφηρημένης σκέψης που απαιτεί και στον τρόπο γραφής κάποιων φιλοσόφων.

Αρχικά ο συγγραφέας καταπιάνεται με τη φιλοσοφία της θρησκείας – προφανώς επειδή πρόκειται για ένα ζήτημα με ιδιαίτερο υπαρξιακό βάρος για τον άνθρωπο. Ως προς το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού διακρίνονται τρεις στάσεις: ο θεϊσμός, ο αθεϊσμός και ο αγνωστικισμός. Βλέποντας τα πράγματα από σκοπιά αγνωστικιστική, ο συγγραφέας εξετάζει και αναλύει με κριτικό πνεύμα κάποια κλασικά φιλοσοφικά επιχειρήματα-“αποδείξεις” της ύπαρξης του Θεού, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κανένα από τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστά πραγματικά απόδειξη. Με ανάλογο σκεπτικό απορρίπτει το «τζογαδόρικο» στοίχημα του Πασκάλ, αλλά και την άποψη ότι ο Θεός είναι σύνολο πνευματικών και ηθικών αξιών, καθώς πρόκειται για συγκαλυμμένη αθεΐα. Απεναντίας, βρίσκει πιο πειστικό τον θρησκευτικό αγνωστικισμό του Χιουμ και την αντίληψη περί θανάτου του Επικούρου, ενώ πιστεύει ότι η ύπαρξη του κακού στον κόσμο θα μπορούσε να είναι ισχυρό επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης του Θεού, καθώς ένας πανάγαθος, παντοδύναμος Θεός δεν θα επέτρεπε την ύπαρξη του κακού.

Η επόμενη θεματική του βιβλίου αφορά ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα που απασχολεί τη σκέψη του προβληματισμένου ανθρώπου: την ηθική. Στο πεδίο της ηθικής διακρίνονται, εξετάζονται και αναλύονται κριτικά χωρίς να υιοθετούνται κατά τρόπο αποκλειστικό από τον συγγραφέα διάφορες θεωρίες που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της ιστορίας της φιλοσοφίας. Μια κατηγορία ηθικών θεωριών είναι οι δεοντολογικές, που έχουν φορμαλιστικό χαρακτήρα· σύμφωνα με αυτές, πρέπει να εκτελούμε το καθήκον μας ανεξαρτήτως συνεπειών, και βασικές παραλλαγές τους αποτελούν η χριστιανική και η καντιανή ηθική. Από την άλλη, συνεπειοκρατική θεωρία είναι ο ωφελιμισμός στις διάφορες παραλλαγές του (Μπένθαμ, Μιλ), κατά τον οποίο καλό είναι ό,τι προκαλεί τη μέγιστη συνολική ευδαιμονία. Τέλος, οι αρετολογικές θεωρίες θέτουν ως στόχο της ανθρώπινης ζωής την ευδαιμονία που επιτυγχάνεται μέσω των αρετών του χαρακτήρα (Αριστοτέλης). Πέρα από τις παραδοσιακές ηθικές θεωρίες, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε η εφαρμοσμένη ηθική που ασχολείται με συγκεκριμένα πρακτικά ηθικά διλήμματα της σύγχρονης ζωής (π.χ. ευθανασία), ενώ σε πιο θεωρητικό επίπεδο βρίσκεται η μεταηθική, που ερευνά την ηθική γλώσσα.

Συνέχεια της ηθικής φιλοσοφίας σε άλλο επίπεδο είναι η πολιτική φιλοσοφία. Από φιλελεύθερη πολιτικά σκοπιά εξετάζονται και αξιολογούνται (θετικά ή αρνητικά) επιχειρήματα που αφορούν ζητήματα όπως οι διάφορες μορφές ισότητας (στην οικονομία, στις ευκαιρίες στην απασχόληση και στην εκπαίδευση). Επίσης εξετάζονται ζητήματα σχετικά με τις διάφορες μορφές της δημοκρατίας ως πολιτικής ισότητας στη λήψη πολιτικών αποφάσεων (άμεση και αντιπροσωπευτική δημοκρατία), ενώ γίνεται αναφορά και στην κριτική που έχει ασκηθεί στον δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης από διανοητές όπως ο Πλάτων και ο Μαρξ. Εν συνεχεία εξετάζονται μορφές ελευθερίας, όπως η αρνητική και η θετική ελευθερία, αλλά και η ελευθερία του λόγου ως δημοκρατικό δικαίωμα. Τέλος, ερευνάται το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των ποινών ως μέσων προστασίας της κοινωνίας και αναμόρφωσης του παραβάτη, όπως και το ενδεχόμενο να έχουν θετικές επιπτώσεις στην κοινωνία κάποιες περιπτώσεις παραβατικότητας (πολιτική ανυπακοή).

Στη συνέχεια ο συγγραφέας μεταβαίνει από την πρακτική στη θεωρητική φιλοσοφία και πιο συγκεκριμένα στη γνωσιολογία. Ως προς το ζήτημα της γνώσης του εξωτερικού κόσμου ερευνώνται θεωρίες όπως ο απλοϊκός ρεαλισμός, ο αναπαραστασιακός ρεαλισμός και ο σκεπτικισμός. Ο συγγραφέας κατακρίνει θεωρίες, όπως ο ιδεαλισμός και ο φαινομεναλισμός, που εξωθούμενες στα άκρα μπορούν να οδηγήσουν έως τον σολιψισμό. Η εξήγηση του Μπέρκλεϋ ότι οι αισθήσεις παρέχονται από τον Θεό δεν ικανοποιεί, εφόσον η ύπαρξη του Θεού κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι ικανοποιητικότερη γνωσιολογική προσέγγιση –παρά τα προβλήματά της– είναι ο αιτιακός ρεαλισμός, που βλέπει ως αιτίες των αισθήσεων τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου.

Άμεσα συνδεδεμένη με τη γνωσιολογία είναι η φιλοσοφία της επιστήμης. Το καλύτερο μέσο κατάκτησης της γνώσης είναι η επαγωγική εμπειρική επιστήμη, που κατά βάση ξεκινά από την παρατήρηση και περνά στη θεωρία μέσα από το φίλτρο των θεωρητικών μας προκαταλήψεων. Παρότι η επαγωγή δεν είναι εξίσου αξιόπιστη και βέβαιη με την παραγωγή, είναι συνήθως λειτουργική και τα συμπεράσματά της έχουν υψηλή πιθανότητα αληθείας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη θεωρία της διαψευσιμότητας (Πόππερ), η επιστήμη δεν ξεκινά από την παρατήρηση, αλλά από τη θεωρία: Οι επιστήμονες διατυπώνουν εικασίες και δεν επιδιώκουν να τις επαληθεύσουν, αλλά να τις διαψεύσουν. Αν μια θεωρία δεν είναι διαψεύσιμη, είναι ψευδο-επιστημονική. Ο συγγραφέας είναι δύσπιστος απέναντι στη θεωρία του Πόππερ, καθώς πολλές επιστημονικές εξελίξεις δεν εξηγούνται πλήρως από τη θεωρία της διαψευσιμότητας.

Στο γενικότερο πλαίσιο της θεωρητικής φιλοσοφίας ανήκει και η φιλοσοφία του νου που μεταξύ άλλων ερευνά τη σχέση νου και σώματος. Σε πρώτο επίπεδο ερευνάται η ριζική αντίθεση που εμφανίζεται ανάμεσα στους δυϊστές και τους μονιστές-φυσικαλιστές επί του ζητήματος αυτού, όπως επίσης κι άλλες σχετικές θεωρίες, όπως ο συμπεριφορισμός και ο λειτουργισμός. Κατά τρόπο συνοπτικό ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τις θεωρίες που έχουν προταθεί όσον αφορά την εξήγηση των συναφών προβλημάτων, με κριτικό πάντοτε πνεύμα και επισημαίνοντας τις αδυναμίες τους.

Τελευταίο θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η αισθητική ή φιλοσοφία της τέχνης. Δεν δείχνει ικανοποιημένος από το γεγονός ότι, ενώ στο παρελθόν η αισθητική μας έδινε σαφέστερους ορισμούς της τέχνης, σήμερα μας δίνει ποικίλους ορισμούς σε σημείο που οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι έργο τέχνης. Εξετάζει και κρίνει δυσμενώς ως ασαφείς και κυκλικές τη θεωρία των οικογενειακών ομοιοτήτων του Βιτγκενστάιν, τη θεωρία της σημαίνουσας μορφής, την ιδεαλιστική θεωρία του Κόλινγουντ και τη θεσμική θεωρία. Επίσης, αναφέρεται σε προβλήματα που αφορούν την κριτική της τέχνης, την ιστορική ακρίβεια εκτελέσεων (μουσικών κυρίως) έργων και τη σχέση γνήσιων και πλαστογραφημένων (εικαστικών κυρίως) έργων.

Η μετάφραση φαίνεται σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με την παλαιότερη και οι φιλοσοφικοί όροι που χρησιμοποιούνται δείχνουν περισσότερο δόκιμοι και εύστοχοι. Δειγματοληπτικά αναφέρω κάποιες διαφοροποιήσεις: «καθολικεύσιμος» αντί «οικουμενικοποιήσιμος» (universalizable), «ωφελιμισμός του κανόνα» αντί «του μέτρου» (rule utilitarianism), «αναπαραστασιακός» αντί «απεικονιστικός ρεαλισμός» (representative realism), «φαινομεναλισμός» αντί «φαινομενοκρατία» (phenomenalism), «σολιψισμός» αντί «αυτοκρατία» (solipsism), «αιτιακός» αντί «αιτιοκρατικός ρεαλισμός» (causal realism), «θεωρία διαψευσιμότητας» αντί «διάψευσης» (falsification), «δυϊσμός» αντί «δυαδισμός» (dualism), «φυσικαλισμός» αντί «υλισμός» (physicalism), «λειτουργισμός» αντί «λειτουργιοκρατία» (functionalism) κ.ά. Θα μπορούσαν να επισημανθούν και κάποια λάθη, αβλεψίες και αδεξιότητες. Στη σ. 25, στην πρόταση «έχω ήδη επισημάνει ότι η φιλοσοφία δεν συνιστά δραστηριότητα», το δεν είναι λάθος καθώς δεν υπάρχει στο αγγλικό κείμενο και μας δίνει το ακριβώς αντίθετο νόημα από αυτό που ήθελε να δώσει ο συγγραφέας (άλλωστε στη σ. 17 γράφει «η φιλοσοφία είναι δραστηριότητα»). Στη σ. 145, «από το επιχείρημα της ολισθηρής πλαγιάς στην ανομία»: η μετάφραση δείχνει κάπως αδέξια. Ο όρος διολίσθηση της πρώτης μετάφρασης θα ήταν προτιμότερος. Το ίδιο και η μετάφραση του όρου «εγκέφαλος σε βάζο»: καλύτερα θα ήταν σε δοχείο (πρώτη μετάφραση) ή σε γυάλα. Στη σ. 175, στην πρόταση «Το βιβλίο The Problem of Knowledge του A.J. Ayers (Ayer το σωστό) είναι χρήσιμο, αν και ελάχιστα χρονολογημένο», η τελευταία φράση φαίνεται ακατανόητη. Στη σ. 207: «Κάποιοι δυϊστές υποστηρίζουν ότι παρά το γεγονός ότι και ο νους και το σώμα υπάρχουν και παρά το γεγονός ότι που όλοι έχουμε και νου και σώμα, δεν συμβαίνει καμία αλληλεπίδραση μεταξύ τους», το που δεν έπρεπε να υπάρχει. Στη σ. 213 ο όρος «γενικός φυσικαλισμός» δεν νομίζω ότι αποδίδει τον όρο type physicalism. Ο όρος «τυπολογικός» της πρώτης μετάφρασης είναι προτιμότερος [3]. Στη σ. 221 ο όρος «πνευματικές καταστάσεις» θα ήταν καλύτερο να αποδοθεί ως «νοητικές καταστάσεις». Στη σ. 245 «Πολύ στενόμυαλη άποψη για την κριτική της τέχνης»: καλύτερα θα ήταν στενή ή περιορισμένη (όπως στην πρώτη μετάφραση). Παρά τα λάθη αυτά η μετάφραση είναι σε γενικές γραμμές ρέουσα και διαβάζεται ευχάριστα.

Στα εισαγωγικά στη φιλοσοφία εγχειρίδια το πεδίο είναι πιο ανοικτό σε σύγκριση με τα πιο εξειδικευμένα φιλοσοφικά βιβλία και οι συγγραφείς συνήθως έχουν έναν σχετικό βαθμό ελευθερίας ως προς την επιλογή του τι είναι σημαντικό. Γι’ αυτό άλλωστε και τα βιβλία του είδους αυτού διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Η επιλογή και η διάρθρωση των θεματικών ενοτήτων από τον συγγραφέα είναι επιτυχής, δεδομένου ότι στην έκταση ενός μικρού βιβλίου καλύπτεται μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής προβληματικής με απλότητα και συνοπτικότητα, αλλά και με σχετική πληρότητα, εκκινώντας από πιο πρακτικά και δημοφιλή φιλοσοφικά ζητήματα και οδεύοντας προς μια κατεύθυνση περισσότερο θεωρητική. Η όλη φιλοσοφική στάση του συγγραφέα χαρακτηρίζεται από μετριοπάθεια, σκεπτικισμό, κριτικό και φιλελεύθερο πνεύμα απέναντι στα εκάστοτε προβαλλόμενα επιχειρήματα. Συμπερασματικά, το κρινόμενο βιβλίο αποτελεί μια αξιόλογη σύντομη θεματική εισαγωγή στη φιλοσοφία. Είναι πιο ευχάριστη και απλή από τις συνήθως πιο “σοβαρές”, λόγιες και ακαδημαϊκές εισαγωγές και, χωρίς να τις υποκαθιστά πλήρως (εφόσον βέβαια λείπει και η ιστορική διάσταση από το βιβλίο), θα μπορούσε να κεντρίσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε αναγνώστη, ακόμη και ενός μαθητή της μέσης εκπαίδευσης. Δεν είναι τυχαία η εμπορική επιτυχία του βιβλίου στον αγγλόφωνο κόσμο, κάτι που οδήγησε σε αρκετές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες.


Σημειώσεις:
[1] Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι Philosophy. The Basics (London: Routledge 2004). Πρόκειται για την τέταρτη έκδοση του βιβλίου (οι προηγούμενες ήταν του 1992, 1995 και 1999).
[2] Η πρώτη μετάφραση στην ελληνική είχε τίτλο Φιλοσοφία. Τα βασικά ζητήματα (μτφρ. Β. Χατζοπούλου· Αθήνα: Περίπλους 1999).
[3] Ακόμα καλύτερα θα ήταν να αποδοθεί ως φυσικαλισμός τύπων ή φυσικαλισμός τύπου, όπως έχει αποδοθεί στο Jaegwon Kim, Η φιλοσοφία του νου (μτφρ. Ε. Μανωλακάκη· Αθήνα: Εκδόσεις Leader Books 2005).



Δημοσιεύθηκε: 5.10.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Περάκης, Μ.: (Βιβλιοκρισία του:) Nigel Warburton: Φιλοσοφία. Τα βασικά (Αθήνα: Αρσενίδης 2010). Κριτικά 2012-12, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-12.html>.



ISSN 1791-776X