Pdf

2012-13

Καρβούνης: Ισοπεδωτές

Αντώνης Καρβούνης: Κοινωνικά κινήματα και συλλογική δράση: Τα κείμενα των λαϊκών κινημάτων της Αγγλικής Επανάστασης. Αθήνα: Διόνικος 2010, 568 σ., 46 €.



Κρίνει ο Ευάγγελος Σακκάς (Υπ. Δρ)
e.sakkas@qmul.ac.uk

Η μάλλον απρόσμενη πολυσέλιδη αυτή έκδοση φιλοδοξεί να φέρει το ελληνικό κοινό σε άμεση επαφή με τις ιδέες δύο βραχύβιων ριζοσπαστικών πολιτικών κινημάτων που εμφανίστηκαν στην Αγγλία του 17ου αιώνα. Περιλαμβάνει είκοσι οκτώ κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν κατά το διάστημα 1645-52, κατά τη διάρκεια της Αγγλικής επανάστασης και μετά την ανακήρυξη της Αγγλίας σε ελεύθερη κοινοπολιτεία. Το έργο χωρίζεται σε δύο τμήματα. Στο πρώτο συγκεντρώνονται κείμενα των Ισοπεδωτών (Levellers) που επιλέγονται από διάφορες αγγλικές εκδόσεις, ενώ το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει κείμενα των Σκαφτιάδων (Diggers) και ειδικότερα του Τζέραρντ Γουϊνστάνλεϋ (Winstanley). Οι μεταφράσεις συνοδεύονται από εισαγωγή στην οποία διερευνάται το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου αναδείχτηκαν, καθώς και από εκτενή βιβλιογραφικό κατάλογο. Σε ό,τι ακολουθεί θα διατυπώσω κάποιες παρατηρήσεις για τη μετάφραση και την επιμέλεια των κειμένων, την εισαγωγή του μεταφραστή και, τέλος, για τη φιλοσοφική αξία της έκδοσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το –απ’ όσο γνωρίζω– πρωτοπόρο εγχείρημα της μετάφρασης στα νέα ελληνικά των αγγλικών αυτών φυλλαδίων του 17ου αιώνα ενέχει πολλές δυσκολίες και είναι αναμενόμενο σε κάποια σημεία να εμφανίζονται προβλήματα κατά τη μεταφορά του συνήθους για την εποχή μακροπερίοδου λόγου. Πέρα, ωστόσο, από αυτού του είδους τις αναπόφευκτες σε ένα τόσο ιδιαίτερο έργο δυσχέρειες, δεν απουσιάζουν αρκετές μεταφραστικές αστοχίες, όπως η άνευ περαιτέρω εξηγήσεων παράλειψη πολλών φράσεων και προτάσεων του πρωτοτύπου [1] και η παρερμηνεία και λανθασμένη απόδοση αρκετών όρων απαραίτητων για την κατανόηση των κειμένων. Ενδεικτικά επισημαίνω ότι ο όρος negative voice [ή voyce], ο οποίος αναφέρεται στο θεσπισμένο δικαίωμα αρνησικυρίας του βασιλιά και της Βουλής των Λόρδων στη νομοθετική διαδικασία, μεταφράζεται απλώς ως «άρνηση» (σ. 236), «αρνητική γνώμη» (σ. 116-7), «άποψη» (σ. 156), «στάση» (σ. 170) ή και ως «αρνητικός εκπρόσωπος» (σ. 78) – εξαίρεση αποτελεί η αναφορά στη σ. 248. Εξίσου παραπλανητικά, ο όρος magistrate, που σημαίνει και τον πολιτικό αξιωματούχο, αποδίδεται συνεχώς ως «δικαστής», και οι συναφείς όροι magistracy και magisterial ως «δικαστική αρχή» και «δικαστικός» (σ. 143, 147, 237, 248, 261, 472 κ.α.), ενώ ο adjutator (τύπος εναλλακτικός του agitator, ο οποίος ήταν ο εκλεγμένος εκπρόσωπος των στρατιωτών του κοινοβουλευτικού Νέου Πρότυπου Στρατού που βρισκόταν σε συνεννόηση και συνεργασία από το 1647 με τους Ισοπεδωτές) γίνεται «υπασπιστής», πιθανώς λόγω ομοηχίας με το adjutant (σ. 36, 154, 155) [2]. Επίσης, ερωτηματικά ως προς την ορθότητά της προκαλεί η επιλογή της συστηματικής απόδοσης του όρου constitution ως «σύνταγμα» (σ. 209 και passim) αντί του ορθότερου «πολίτευμα» δίχως κάποια ερμηνευτική επεξήγηση, καθώς ενδέχεται να περιπλέξει τον αναγνώστη που δεν έχει γνώση της απουσίας γραπτού συντάγματος με τη νεωτερική έννοια στους αγγλικούς πολιτειακούς θεσμούς.

Λάθη, όμως, γίνονται και κατά τη μετάφραση εκφράσεων και απλούστερων όρων με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το νόημα συγκεκριμένων προτάσεων. Επί παραδείγματι, το ρήμα want μεταφράζεται ως «επιθυμώ», ακόμα και όταν έχει τη σημασία του «στερούμαι, χρειάζομαι» (σ. 191, 196, 282), ενώ η φράση from the crown of my head to the sole of my foot, ομόλογη της ελληνικής έκφρασης «από την κορυφή ως τα νύχια» αποδίδεται ως «ελέω του Στέμματος» (σ. 131). Ακόμα, απουσιάζει κάποιο ευρετήριο που θα καθιστούσε περισσότερο εύχρηστο έναν τόσο ογκώδη τόμο. Το σημαντικότερο, ίσως, ατόπημα του μεταφραστή αποτελεί το ότι παραθέτει με την ένδειξη «Σ.τ.Μ.», δηλαδή ως σημειώσεις του ίδιου, μεταφράσεις υποσελίδιων σχολίων πρόσφατης αγγλικής έκδοσης των κειμένων των Ισοπεδωτών σε όσα κείμενα του κρινόμενου έργου προέρχονται από αυτή [3].

Η εισαγωγή του βιβλίου αποτελείται από τρία κεφάλαια. Το πρώτο προσφέρει μια σύντομη επισκόπηση της ιστοριογραφίας σχετικά με τα αίτια της εμφύλιας σύγκρουσης στην Αγγλία και μία επιτροχάδην ανασκόπηση της εξέλιξης των γεγονότων της περιόδου, το δεύτερο αναφέρεται στο «ιδεολογικό υπόβαθρό» της και το τρίτο παρουσιάζει τα βασικά πρόσωπα που απάρτιζαν τα δύο κινήματα καθώς και τις ιδέες τους.

Το χρονολογικά και ταξινομικά επόμενο από τα δύο κινήματα, εκείνο των Σκαφτιάδων, τυγχάνει ικανοποιητικής παρουσίασης. Το βραχύβιο πείραμα κοινής εκμετάλλευσης αγροτικών γαιών στο Σάρρεϋ, που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των αρχών και, λίγους μήνες αργότερα, την κατάπνιξή του, εγγράφεται σε μία παράδοση έντονα θρησκευόμενων σεκτών της πρώιμης νεωτερικότητας, όπως οι Αναβαπτιστές (Anabaptists), που προσπαθούσαν να εφαρμόσουν το ιδανικό μιας κοινωνίας στην οποία θα ίσχυαν προπτωτικές αρχές. Γνωστοί και ως «Αληθινοί Ισοπεδωτές», οι Σκαφτιάδες προσπάθησαν να ανασηματοδοτήσουν θετικά και να επανοικειοποιηθούν τον όρο αυτό που αναφερόταν στην κατάργηση των ατομικών έγγειων ιδιοκτησιών και την εξίσωσή τους, σε αντίθεση με τους Ισοπεδωτές, για τους οποίους βασική μέριμνα υπήρξε η απόσειση της κατηγορίας ότι αποσκοπούν στην κατάργηση της ιδιοκτησίας (σ. 319-20).

Δεν έχει, όμως, την ίδια τύχη το πρώτο από τα δύο κινήματα που εξετάζονται, οι Ισοπεδωτές, με τους οποίους θα ασχοληθώ στο εξής, καθώς θεωρώ ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Η βασική ένστασή μου είναι ότι η ερμηνεία που προκρίνει σε αυτό το σημείο της εισαγωγής του ο Καρβούνης (εφεξής Κ.) είναι μονομερής και δεν λαμβάνει υπόψη της πρόσφατες και παλαιότερες εξελίξεις της σχετικής ιστορικής έρευνας.

Ακολουθώντας την έμφαση του Κρίστοφερ Χιλ (Hill) στον ρόλο των θρησκευτικών ιδεών στην αγγλική κοινωνία του 17ου αιώνα, ο Κ. δείχνει να αγνοεί μια εξίσου σημαντική πτυχή της διαπάλης των ιδεών που είχαν αντιληφθεί σύγχρονοι και κατοπινοί παρατηρητές και αφορά την επίδραση της μελέτης των κλασικών κειμένων στο έργο των Ισοπεδωτών. Απουσιάζει, δηλαδή, από την εν λόγω εισαγωγή κάθε αναφορά σε ένα σημαντικό ρεύμα ιδεών της περιόδου αυτής που έχει απασχολήσει την ιστορική έρευνα και είναι γνωστό ως κλασικός ρεπουμπλικανισμός [4]. Οι Ισοπεδωτές δεν διατύπωναν τα επιχειρήματά τους εν κενώ: Υιοθετώντας μια ρητορική στρατηγική, έστρεψαν εναντίον του ίδιου του Κοινοβουλίου τα επιχειρηματολογικά βέλη που είχαν νωρίτερα εκτοξευθεί από τους υποστηρικτές του Κοινοβουλίου κατά της ύπαρξης ανεξέλεγκτης μοναρχικής εξουσίας. Ενώ από το 1642 και εξής βασική θέση των κοινοβουλευτικών, που ήταν επηρεασμένοι από τη ρωμαϊκή αντίληψη περί ελευθερίας ως απουσίας εξάρτησης από την ανεξέλεγκτη βούληση κάποιου άλλου, υπήρξε η εναντίωσή τους στην ύπαρξη βασιλικών προνομίων, όπως το δικαίωμα αρνησικυρίας που αναφέρθηκε προηγουμένως, οι Ισοπεδωτές εντόπιζαν πλέον την πηγή άσκησης της ανεξέλεγκτης εξουσίας όχι στον βασιλιά, αλλά στο κοινοβούλιο. Έτσι, αρυόμενοι από ρεπουμπλικανικές αρχές, κατέληξαν να αμφισβητούν όχι μόνο την ισχύ της μοναρχίας αλλά και της αριστοκρατίας, και συνολικά την υπάρχουσα πολιτειακή τάξη.

Ο Κ. αναπαράγει επίσης (σ. 43) χωρίς αντίλογο τη μαρξιστική άποψη του Μακφέρσον (C.B. Macpherson), ο οποίος εντάσσει τους Ισοπεδωτές στην ελεγχόμενη ως προς την ιστορική της ορθότητα κατηγορία του «κτητικού ατομικισμού» (possessive individualism). Η κατασκευή, όμως, και επιβολή οικείων ασφυκτικών κατηγοριών σε ένα μακρινό παρελθόν ενέχει τον κίνδυνο της παρερμηνείας, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του Μακφέρσον [5]. Πέρα από αυτό, η ιδιότυπη θεωρία ιδιοκτησίας του εαυτού που απαντά στα κείμενα του Ισοπεδωτή Ρίτσαρντ Οβερτον (Overton) δεν καταλήγει σε συμπεράσματα παρόμοια με εκείνα των σύγχρονων ελευθεριστών, αλλά προβάλλει μια αντίληψη δημοκρατικής αυτονομίας (σ. 97-9).

Δεν είναι, όμως, αυτό το μόνο σημείο στο οποίο ο Κ. αποτυγχάνει να παρουσιάσει μία πλήρη εικόνα των σχετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος ψήφου που υποστήριζαν οι Ισοπεδωτές, επικρίνει όσους «στηριζόμενοι σε μια εσφαλμένη ανάγνωση των σημαντικότερων κειμένων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, τότε οι εκπρόσωποί του[ς] υιοθέτησαν το καθολικό δικαίωμα ψήφου» (σ. 45), αναπαράγοντας έτσι μία πτυχή της θεωρίας του Μακφέρσον. Χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες της ιστοριογραφικής συζήτησης, αρκούμαι στην παρατήρηση ότι από τη βιβλιογραφία που παρατίθεται σε μακροσκελή υποσημείωση στην ίδια σελίδα απουσιάζουν εντελώς οι δημοσιεύσεις εκείνες που έχουν αμφισβητήσει την κειμενική ερμηνεία του Μακφέρσον ότι οι υπηρέτες και οι επαίτες εννοούνταν ως αποκλεισμένοι του δικαιώματος του εκλέγειν [6]. Το ζήτημα περιπλέκεται περισσότερο, καθώς ο Κ. έχει ήδη αναφερθεί στα προβλήματα χρήσης του «διαστρεβλωτικ[ού] φακ[ού] της μαρξιστικής/σοσιαλιστικής ιστοριογραφίας» (σ. 16).

Ωστόσο, παρόλα τα προβλήματά της, η εν λόγω έκδοση μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για τη συστηματική μελέτη του έργου των Ισοπεδωτών. Είναι αυτονόητο ότι η μελέτη έχει ιστοριογραφική αξία, καθώς ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την ετερότητα του παρελθόντος. Για παράδειγμα, η θέση των Ισοπεδωτών περί θρησκευτικής ελευθερίας δεν εκπορεύεται από κάποια γενικότερη κανονιστική αντίληψη περί φιλελεύθερης ουδετερότητας του κράτους ως προς το αγαθό, αλλά από την άρνησή τους να αναγνωρίσουν στην κοσμική εξουσία τη δυνατότητα καταναγκαστικής συμμόρφωσης των πολιτών σε θέματα που αφορούν τη θρησκευτική πίστη και λατρεία (σ. 84). Πέρα, όμως, από αυτού του είδους την αυστηρά ιστοριογραφική αξία, η μελέτη των κειμένων των Ισοπεδωτών μπορεί να αποβεί χρήσιμη και στη διερεύνηση προβλημάτων που απασχολούν τη σύγχρονη πολιτική θεωρία.

Θέτοντας κατά μέρος τις θέσεις εκείνες των Ισοπεδωτών που αντικατοπτρίζουν πρακτικής φύσης πιεστικά αιτήματα του καιρού τους, όπως η καταβολή των καθυστερούμενων αμοιβών στους στρατιώτες, η αμνηστία για πράξεις που τελέστηκαν κατά τη διάρκεια των εμφυλίων συρράξεων κ.ο.κ., μπορούμε να επικεντρωθούμε στις προτάσεις τους για την αποτροπή της αυθαίρετης άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Μεταξύ αυτών, αν και ο όρος “δημοκρατία” και τα παράγωγά του απουσιάζουν εντελώς από τα γραπτά των Ισοπεδωτών, συναντάμε θέσεις που θυμίζουν αυτό που σήμερα αποκαλούμε φιλελεύθερο και δημοκρατικό συνταγματισμό. Στις τρεις «Συμφωνίες του Λαού» που δημοσίευσαν οι Ισοπεδωτές, οι οποίες έθεταν το πλαίσιο λειτουργίας των πολιτικών θεσμών όπως τους αντιλαμβάνονταν, εντοπίζουμε κανονιστικές αντιλήψεις που έχουν εντυπωσιακές ομοιότητες με αντιλήψεις που ασπάστηκαν οι Νεότεροι (χωρίς μάλιστα να γνωρίζουν τα κείμενά τους), όπως η εξέταση των υφιστάμενων πολιτικών και πολιτειακών δομών υπό το φως των κανόνων του φυσικού δικαίου (το οποίο θέτει κάποια όρια στην εξουσία των κυβερνήσεων, υποδεικνύοντας δικαιώματα που αυτές δεν μπορούν να περιστείλουν), η προέλευση κάθε πολιτικής εξουσίας από τον λαό και η συμβολαϊκή φύση της, η θέση ότι η ανώτατη εξουσία πρέπει να εδράζεται στο αντιπροσωπευτικό του λαού σώμα, ο κοινωνικός και πολιτικός εξισωτισμός, ενώ παράλληλα ο κοσμικός χαρακτήρας της πολιτικής σκέψης τους δεν περνάει απαρατήρητος.

Σημαίνει, άραγε, αυτό ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπως τον οραματίζονταν οι Ισοπεδωτές και ότι δεν έχουμε πλέον κάτι να αντλήσουμε από τα κείμενά τους που να συνδέεται με τον τρέχοντα πολιτικό προβληματισμό; Είναι χρήσιμη η υπενθύμιση στο σημείο αυτό ότι οι Ισοπεδωτές απέτυχαν ως προς την επίτευξη των πολιτικών στόχων τους: Με τον πλέον εξέχοντα στρατιωτικό εκπρόσωπό τους, τον συνταγματάρχη Ραίηνσμπορω, δολοφονημένο από τον Οκτώβριο του 1648, και με τη συνακόλουθη καταστολή ανταρσιών των στρατιωτών του Νέου Πρότυπου Στρατού, το κίνημά τους θα έχει κατασταλεί μέχρι το φθινόπωρο του 1649. Ακόμα και σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία, η συμμετοχή της μοναρχίας και της Βουλής των Λόρδων στη νομοθετική διαδικασία δεν έχει καταργηθεί και η θέσπιση γραπτού συντακτικού χάρτη δεν έχει ευοδωθεί.

Πέρα από αυτό, τα κείμενα των Ισοπεδωτών μπορούν να αποτελέσουν πηγή αναστοχασμού πάνω στη σχέση των πολιτών με τους αντιπροσώπους τους. Μία από τις θέσεις που διατρέχουν τα κείμενα των Ισοπεδωτών είναι ότι οι αιρετοί αντιπρόσωποι δύνανται να ασκούν αυθαίρετη εξουσία επί των αντιπροσωπευομένων και, κατά συνέπεια, η απλή ανάδειξη κάποιων προσώπων ως πολιτικών αντιπροσώπων δεν είναι επαρκής για τη διασφάλιση της πολιτικής ελευθερίας μας. Έχει ιδιαίτερη σημασία, επομένως, η έκδοση αυτών των κειμένων στα ελληνικά, καθώς η ελληνική πολιτική κοινότητα δείχνει να έχει εισέλθει πρόσφατα σε φάση αμφισβήτησης των αντιπροσωπευτικών θεσμών και αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων. Δεν έχει υπάρξει, ωστόσο, ακόμη κάποια προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης και επεξεργασίας της κριτικής που έχει ασκηθεί προς το υπάρχον σύστημα πολιτικής αντιπροσώπευσης. Ακόμα περισσότερο, όταν μερίδα των πολιτών βρίσκει καταφύγιο σε αντικοινοβουλευτικές δυνάμεις και προσεγγίσεις, η οπτική των Ισοπεδωτών μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά προς την κατεύθυνση μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης των κοινοβουλευτικών θεσμών, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς.

Κλείνοντας, επαναλαμβάνω ότι η μετάφραση των κειμένων αυτών αποτελεί σημαντική συμβολή στη μελέτη της πρώιμης νεότερης πολιτικής σκέψης στη χώρα μας. Παρά τις αδυναμίες που επισημάνθηκαν, η εν λόγω έκδοση μπορεί να αποτελέσει αφορμή για τον εμπλουτισμό της συζήτησης για τη μορφή και τις αξίες της δημοκρατίας, ώστε να μη διαψευσθεί η προσδοκία που απαντά σε ένα από τα τελευταία κείμενα των Ισοπεδωτών ότι «οι μελλοντικές γενιές [...] θα δρέψουν τους καρπούς των προσπαθειών μας, οτιδήποτε και αν γίνει με εμάς» (σ. 292).


Σημειώσεις:
[1] Π.χ. η μετάφραση του κειμένου διακόπτεται στη σ. 109, ενώ συνεχίζεται στο A. Sharp (επιμ.), The English Levellers (Cambridge: Cambridge University Press 1998), σ. 67-72· η φράση «Show me what you will stop at, … by this rule» από Sharp, ό.π., σ. 114, δεν μεταφέρεται στη σ. 216· ούτε η πρόταση «For servants and apprentices … door to door» από Sharp, ό.π., σ. 130 στη σ. 232, όπως θα έπρεπε.
[2] Για την ετυμολογία και τη σημασία της ονομασίας Agitators, βλ. S.D. Glover, «The Putney Debates: Popular versus Εlitist Republicanism», Past & Present 164 (1999), σ. 55-7.
[3] Πρόκειται για τα σχόλια της έκδοσης Sharp, ό.π.: π.χ. πρβλ. σ. 78, σημ. 105 με Sharp, ό.π., σ. 38, σημ. 14· σ. 92, σημ. 125 με Sharp, ό.π., σ. 51, σημ. 44· σ. 212, σημ. 182 με Sharp, ό.π., σ. 110 σημ. 10· σ. 279-83, σημ. 231-7 με Sharp, ό.π., σ. 140-5, σημ. 2-8 κ.ά. Το ίδιο συμβαίνει και με τη σ. 167, σημ. 156, που αποτελεί αντιγραφή από το D.M. Wolfe (επιμ.), Leveller Manifestoes of the Puritan Revolution (New York: T. Nelson and Sons 1944), σ. 202, σημ. f.
[4] Q. Skinner, «Classical Liberty and the Coming of the English Civil War», στο Q. Skinner & M. van Gelderen (επιμ.), Republicanism: A Shared European Heritage, Volume II: The Values of Republicanism in Early Modern Europe (Cambridge: Cambridge University Press 2002), σ. 9-28.
[5] Δες I. Hampsher-Monk, «The Political Theory of the Levellers: Putney, Property and Professor Macpherson», Political Studies 24 (1976), σ. 406-12, για την έννοια της «ιδιοκτησίας» την εποχή των Ισοπεδωτών.
[6] Οι σημαντικότερες αντικρούσεις του επιχειρήματος του Μακφέρσον βρίσκονται στα εξής: K. Thomas, «The Levellers and the Franchise», στο G. E. Aylmer (επιμ.), The Interregnum: the Quest for Settlement 1646-1660 (London: Macmillan 1972), σ. 57-78, Ian Hampsher-Monk, ό.π., και J. C. Davis, «The Levellers and Democracy», Past & Present 40 (1968), σ. 174-80.



Δημοσιεύθηκε: 31.12.2012

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Σακκάς, Ε.: (Βιβλιοκρισία του:) Αντώνης Καρβούνης: Κοινωνικά κινήματα και συλλογική δράση: Τα κείμενα των λαϊκών κινημάτων της Αγγλικής Επανάστασης (Αθήνα: Διόνικος 2010). Κριτικά 2012-13, <http://www.philosophica.gr/critica/2012-13.html>.



ISSN 1791-776X