Pdf

2013-05

Καβουλάκος: Λούκατς

Κωνσταντίνος Καβουλάκος: Τραγωδία και ιστορία. Η κριτική του νεωτερικού πολιτισμού στο νεανικό έργο του Γκέοργκ Λούκατς 1902-1918. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2012, 495 σ., 32 €.



Κρίνει η Αλίκη Λαβράνου (Πανεπιστήμιο Κρήτης)
lavranu@uoc.gr

Με το βιβλίο του Κώστα Καβουλάκου Τραγωδία και ιστορία έχουμε στα χέρια μας μια μονογραφία για τον νεαρό Λούκατς που επιχειρεί μια κριτική ανασυγκρότηση του συνολικού έργου της περιόδου μέχρι το 1918 – μέχρι, δηλαδή, τη στροφή του προς τον μαρξισμό και τη στράτευσή του στο κομμουνιστικό κόμμα της Ουγγαρίας. Η μονογραφία εγείρει την αξίωση μιας συστηματικής ανακατασκευής των κειμένων της περιόδου και μιας ενιαίας ερμηνείας του έργου του νεαρού Λούκατς. Επιπροσθέτως επιτρέπει, δυνάμει τουλάχιστον, την ενιαία θεώρηση του συνολικού έργου του Λούκατς, καθώς παρέχει στήριξη στη θέση περί συνέχειας του νεαρού και του ώριμου λουκατσιανού έργου. Γραμμές συνέχειας μπορούν να ανευρεθούν τόσο στην κεντρική προβληματική που συνιστά και τον πυρήνα της ανασυγκρότησης του έργου του νεαρού Λούκατς από τον Καβουλάκο, το πρόβλημα δηλαδή του φορμαλισμού και του ιστορισμού, όσο και στην κατεύθυνση της “υπέρβασής” του στην προοπτική μιας φιλοσοφίας της ιστορίας με ηθικοπολιτική στόχευση.

Το ενδιαφέρον αυτής της μονογραφίας συνδέεται, κατ’ αρχάς, με το ενδιαφέρον μας για τον Λούκατς εν γένει. Αναμφισβήτητα, ο Λούκατς αποτελεί μια από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα. Τόσο το εύρος του έργου του –το οποίο κινείται στα πεδία της φιλοσοφίας, της αισθητικής, της ηθικής, της πολιτικής και της κοινωνικής θεωρίας– όσο και η οξυδέρκεια των θεωρητικών του αναλύσεων, σε συνδυασμό με το εύρος των διανοητικών ρευμάτων που αντανακλώνται σε αυτό (ρομαντισμός, φαινομενολογία, φιλοσοφία της ζωής, νεοκαντιανισμός, εγελιανισμός και, βεβαίως, μαρξισμός) θα ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν αυτό το ενδιαφέρον μας. Ωστόσο, το “ειδικό” ενδιαφέρον για τον Λούκατς είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ενδιαφέρον για τη διαλεκτική θεωρία και την κριτική θεωρία εν γένει. Ο Λούκατς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ανανεωτές του μαρξισμού, ειδικότερα έναν από τους βασικούς εκπροσώπους ενός “εγελιανού μαρξισμού” και, συνάμα, έναν από τους ανανεωτές της ίδιας της διαλεκτικής θεωρητικής παράδοσης. Αυτό το “ειδικό” ενδιαφέρον για τον Λούκατς κινητοποιεί και τις ερευνητικές αναζητήσεις τού συγγραφέα, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Καβουλάκος εδώ και δύο δεκαετίες ερευνά συστηματικά την παράδοση της κριτικής θεωρίας με έμφαση στους στοχαστές της λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης.

Εν τούτοις, η μελέτη του Καβουλάκου ορθώς, κατά τη γνώμη μας, αρνείται να διαβάσει το νεανικό έργο του Λούκατς ως «προμαρξιστικό». Επισημαίνει ότι μια τέτοια ανάγνωση είναι αναχρονιστική, καθώς προβάλλει στην ουσία το ύστερο έργο πάνω στο πρώιμο και αναζητά, κατόπιν, στο πρώιμο έργο εκείνα τα στοιχεία που οδήγησαν στον μαρξισμό του ύστερου έργου. Αντ’ αυτής ο συγγραφέας επιλέγει μια ανάγνωση που εστιάζει στην προβληματική του φορμαλισμού και του ιστορισμού. Επαναδιατυπώνοντας αυτήν την προβληματική στο ερώτημα περί της αχρονικότητας και της ιστορικότητας των αισθητικών «μορφών», την καθιστά κεντρικό άξονα της όλης ανασυγκρότησής του. Η γονιμότητα αυτής της επιλογής καταδεικνύεται στις επιμέρους αναλύσεις του βιβλίου. Προκύπτει, όμως, από τον “προνομιακό” χαρακτήρα αυτής της προβληματικής, ο οποίος στη χώρα μας έχει αναδειχθεί κυρίως μέσα από το έργο του Κοσμά Ψυχοπαίδη: Πρόκειται για εκείνη την προβληματική που είναι κεντρική για κάθε νεωτερική θεωρία και συνιστά το κατ’ εξοχήν πλαίσιο διερεύνησης των όρων υπό τους οποίους μπορεί να διατυπωθεί το αίτημα πραγμάτωσης δεσμευτικών αξιών στον ιστορικό ορίζοντα της νεωτερικότητας. Η προβληματική αυτή αφορά μια σειρά από εξαιρετικά σύνθετα, δύσκολα και ανοιχτά ζητήματα: το ζήτημα του προσδιορισμού των νεωτερικών αξιών, το κριτήριο της εγκυρότητάς τους, τη συγκρότηση μιας μη σχετικιστικής θεωρίας γένεσης των αξιών και το πρόβλημα της (επαναστατικής) πράξης που τις πραγματώνει στο ιστορικό παρόν. Υπό αυτήν την έννοια, η μονογραφία του Καβουλάκου για τον νεαρό Λούκατς συνιστά και μια συνεισφορά στη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων.

Με το ανωτέρω κεντρικό ερώτημα, η ανασυγκρότηση του Καβουλάκου παρακολουθεί τη χρονική ανάπτυξη του έργου του νεαρού Λούκατς και –συγκριτικά με την παλαιότερη έρευνα– λαμβάνει υπ’ όψιν της και τις πρόσφατες δημοσιεύσεις κειμένων που ήταν για χρόνια αδημοσίευτα (όπως π.χ. τα πολύ σημαντικά κείμενα για τη Φιλοσοφία της Τέχνης και την Αισθητική της περιόδου της Χαϊδελβέργης). Η εργασία διαιρείται σε μια Εισαγωγή που εκθέτει το συνολικό εγχείρημα, σε τέσσερα μεγάλα Κεφάλαια και έναν Επίλογο. Συμπληρώνεται από τον κατάλογο της σχετικής Βιβλιογραφίας και ένα Ευρετήριο ονομάτων. Τα κεφάλαια λειτουργούν και ως επιμέρους χρονικές περιοδολογήσεις του νεανικού έργου του Λούκατς. Το κάθε ένα προτάσσει τα βιογραφικά στοιχεία που συνδέονται με την περίοδο και εστιάζει στο κεντρικό κείμενο της περιόδου, η ανάλυσή του οποίου ανατρέχει και στα ελάσσονα κείμενα της ίδιας περιόδου.

Το Πρώτο Κεφάλαιο εξετάζει το πρωτόλειο κείμενο που φέρει τον τίτλο Εξελικτική ιστορία του μοντέρνου δράματος (1909/1911) και εντοπίζει, κατ’ αρχάς, δύο θεμελιώδεις έννοιες της πραγμάτευσης των λογοτεχνικών μορφών από τον νεαρό Λούκατς που βρίσκεται, εδώ, υπό την ισχυρή επιρροή του Ντίλταϋ και της φιλοσοφίας της ζωής: την έννοια της (λογοτεχνικής) «μορφής», που συνδυάζει την αισθητικο-φιλοσοφική με την κοινωνιολογική διάσταση, και την έννοια της «ζωής», που προσφέρει την «ύλη», το περιεχομενικό υλικό στοιχείο των λογοτεχνικών μορφών αλλά και το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο αυτών των μορφών. Ο Λούκατς διαβλέπει ένα ρήγμα μεταξύ των αισθητικών (μορφικών, αξιολογικών) και των κοινωνιολογικών (περιεχομενικών, περιγραφικών) διαστάσεων της τέχνης. Στην Εξελικτική ιστορία επιχειρεί να προσδιορίσει πώς η νεωτερική κοινωνική δομή και η νεωτερική κοσμοθεωρητική προοπτική επιδρούν πάνω στη μορφή του μοντέρνου δράματος. Το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο του δράματος προσδιορίζεται ως εποχή κρίσης και παρακμής. Αυτή η κρίση και παρακμή του αξιακού πλαισίου της κοινωνίας γεννά την ιδέα του «ωραίου θανάτου», ενώ η «τραγικότητα του βιώματος» παρέχει το υλικό της δραματικής μορφής. Το βασικό «ιστορικό βίωμα» της νεότερης εποχής συνίσταται στο βίωμα της σύγκρουσης του υποκειμένου με την ιστορική και κοινωνική «γενικότητα». Ως κατ’ εξοχήν νεωτερική κοσμοθεωρητική προϋπόθεση του μοντέρνου δράματος αναδεικνύεται ο νεωτερικός σχετικισμός. Αυτός ο σχετικισμός διαμορφώνει το «ιστορικό βίωμα» της νεότερης εποχής ως «αποκέντρωση» του υποκειμένου και εξάρτησή του από τις κοινωνικές συνθήκες και είναι υπεύθυνος και για την κατά τον Λούκατς προβληματική συγκρότηση της μοντέρνας δραματικής μορφής. Το αίτημα που προκύπτει είναι αυτό της υπέρβασης του ρήγματος, της θεμελίωσης υπεριστορικών αξιών και μιας αντίστοιχης κοσμοθεώρησης.

Το Δεύτερο Κεφάλαιο αναλύει τα δοκίμια που βρίσκονται στη συλλογή Η ψυχή και οι μορφές (1910). Εδώ το ανωτέρω αίτημα μετασχηματίζεται σε ένα αίτημα για «ουσιαστική ζωή» και η ανάλυση στρέφεται στη σχέση της τέχνης προς τη ζωή και σε μια κριτική του νεωτερικού πολιτισμού. Ο τελευταίος ανασυγκροτείται ως βαθύτατα διχασμένος μεταξύ του πολιτισμού των ειδικών και της κουλτούρας των εστέτ, ενώ η κριτική επεκτείνεται στην «αισθητική κουλτούρα» που με τη λατρεία της εσωτερικότητας οδηγεί στην παθητικότητα του υποκειμένου, την αποξένωση της τέχνης από τη ζωή και την ανθρώπινη κοινότητα. Η υπέρβαση της ριζικής μοναξιάς του μοντέρνου εστέτ φαίνεται να απαιτεί μια νέα «μορφή» ή μια νέα «κοσμοθεώρηση». Η αναζήτηση της νέας μορφής λαμβάνει χώρα και με τη «μορφή του δοκιμίου»: Το δοκίμιο θεματοποιείται ως «μορφή τέχνης» (εν αντιθέσει προς την επιστήμη) που τοποθετείται μεταξύ τέχνης και φιλοσοφίας (μεταξύ των δύο μορφών της εικόνας και της έννοιας). Το δοκίμιο στοχεύει πάντα στη ζωή, στην «ουσιαστική ζωή» και συμβάλλει το ίδιο στη συγκρότηση μιας κοσμοθεώρησης. Η ανάλυση του Καβουλάκου συνδέει τον ανοιχτό χαρακτήρα του δοκιμίου με το ιδιαίτερο «βίωμα της διανοητικότητας» και τις αντικειμενικές συνθήκες του προβληματικού νεωτερικού πολιτισμού. Η ανάλυση επισημαίνει την κριτική του Λούκατς στον πρώιμο ρομαντισμό η οποία διαφαίνεται και από τη στόχευσή του –όχι σε μια επιστροφή σε έναν παλαιό αλώβητο πολιτισμό, αλλά– σε μια νέα μορφοποίηση (αίτημα της εμφάνισης ενός «νέου εστέτ»).

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις είναι αυτή που αφορά τη «Μεταφυσική της τραγωδίας». Έμφαση δίδεται, εδώ, στην επιρροή της κιρκεγκωριανής υπαρξιστικής φιλοσοφίας: Η μορφή της τραγωδίας στηρίζεται στην αντίθεση μεταξύ καθημερινής και ουσιαστικής ζωής. Η καθημερινή ζωή εμφανίζεται ως αμορφοποίητη ζωή των άπειρων ανοιχτών δυνατοτήτων, όπου κυριαρχεί το τυχαίο. Το «θαύμα», όμως, επιτρέπει το άλμα από την τυχαιότητα στην αναγκαιότητα της ουσίας, όπου η ψυχή ενώνεται με τη μοίρα μέσω της «επίτασης της εαυτότητας» μέχρις άκρων. Η γνώση που φέρει η τραγωδία είναι, ωστόσο, η «σοφία των ορίων»· σύμβολο δε του ορίου είναι ο θάνατος, η κατάληξη της τραγωδίας που ολοκληρώνει, μέσω της αποτυχίας, τη δραματική μορφή. Ο Καβουλάκος ερμηνεύει, για αυτόν τον λόγο, την πρόσκρουση στο όριο ως «τραγωδία της μορφοποίησης» και ως τραγικότητα της πρακτικής σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο.

Το Τρίτο Κεφάλαιο πραγματεύεται την Αισθητική θεωρία της περιόδου της Χαϊδελβέργης (1912-14, 1916-18). Η περίοδος αυτή συνιστά περίοδο μετάβασης του Λούκατς από τη φιλοσοφία της ζωής στον νεοκαντιανισμό και χαρακτηρίζεται, όπως καταδεικνύει ο συγγραφέας, από μια όλο και πιο ισχυρή επιρροή του νεοκαντιανισμού της νοτιοδυτικής γερμανικής σχολής στο έργο του Λούκατς, τόσο του Χάινριχ Ρίκερτ (Rickert) όσο και του Έμιλ Λασκ (Lask). Για τον λόγο αυτόν, η ερμηνεία προτάσσει μια συστηματική ανασυγκρότηση αυτής της γνωσιοθεωρίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην επιχειρηματολογία του Λασκ που διατυπώνει το αίτημα της απελευθέρωσης της αισθητικότητας από τις σχηματοποιήσεις της διάνοιας και, συνακόλουθα, την κατευθείαν θεματοποίηση αφενός του διανοητικά άμορφου υλικού και αφετέρου των αισθητικών μορφών που δεν παράγονται από διανοητικές σχηματοποιήσεις. Το εγχείρημα του Λούκατς να συστήσει μια φιλοσοφική αισθητική κατανοείται ως απολύτως εγγραφόμενο σε αυτήν τη νεοκαντιανή κατεύθυνση.

Το εγχείρημα του Λούκατς εκκινεί από τη διαπίστωση του «παράδοξου των εκφραστικών μέσων»: Στην καθημερινή επικοινωνία οι εκάστοτε εκφραστικές μορφές βρίσκονται σε αναντιστοιχία προς τη βιωματική «ύλη», στην οποία υποτίθεται ότι παραπέμπουν. Έτσι, η λεγόμενη «βιωματική πραγματικότητα» του ανθρώπου δεν μπορεί να «κοινοποιηθεί» με διυποκειμενικά έγκυρο τρόπο. Η «βιωματική πραγματικότητα» στηρίζεται σε ένα μη καθολικεύσιμο «ποιοτικό απριόρι» που συγκροτεί μια σολιψιστική «φυλακή της υποκειμενικότητας». Η τελευταία καθιστά αδύνατη τόσο την αυθεντική έκφραση όσο και την αυθεντική πρόσληψη κατά την «επικοινωνία» με άλλα υποκείμενα και έτσι αναιρεί τη δυνατότητα συγκρότησης «κουλτούρας» στην καθημερινή ζωή. Η μετάβαση στο επίπεδο της διυποκειμενικά ισχύουσας αξίας είναι δυνατή μόνο μέσω της αφαίρεσης του ποιοτικά καθορισμένου βιώματος, χωρίς την οποία μένουμε στο επίπεδο της «αναγκαίας παρανόησης» του άλλου. Αυτός ο παράδοξος χαρακτήρας της επικοινωνίας μεταφέρεται από τον Λούκατς και στο έργο τέχνης.

Ο Λούκατς ασκεί κριτική στην εκφραστική θεωρία του έργου τέχνης υποδεικνύοντας την ιδιάζουσα απόσταση/εγγύτητά του προς τη «βιωματική πραγματικότητα» των υποκειμένων. Το έργο τέχνης είναι, έτσι, η «παρανόηση που έχει γίνει αιώνια». Είναι ένα ανεξάρτητο αξιακό μόρφωμα, το οποίο αιωρείται ελεύθερα υπεράνω των υποκειμένων που το παρήγαγαν και το προσλαμβάνουν. Ο Καβουλάκος περιγράφει αυτό το παράδοξο ως «τραγωδία της τέχνης». Ωστόσο, επιχειρηματολογεί ο συγγραφέας, παρά την αποτυχία της επικοινωνιακής κοινοποίησης μέσω του έργου, αυτό συνιστά μια ανεξάρτητη «ουτοπική πραγματικότητα», η οποία διατηρεί μια σχέση με τη βιωματική πραγματικότητα του υποκειμένου. Η εσωτερική ολοκλήρωση του αισθητικού μορφώματος οφείλεται στην ιδιάζουσα, συμβολική σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, στη μεταξύ τους «προεγκατεστημένη αρμονία», πάνω στην οποία στηρίζεται ο ουτοπικός του χαρακτήρας. Τέλος, και τούτο είναι σημαντικό, στην αισθητική δεν υφίσταται χάσμα μεταξύ της αισθητικής αξίας και της πραγματοποίησής της, καθώς αυτές συμπίπτουν με το έργο τέχνης ως ανεξάρτητο μόρφωμα. Σε αυτό το σημείο αναδύεται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, η «τραγωδία του καλλιτέχνη», ο οποίος μένει αλύτρωτος μπροστά στην άχρονη αξία του έργου του, ως μια όψη της «τραγωδίας της τέχνης». Η ανάλυση της επεξεργασίας του κειμένου μετά το 1916 καταδεικνύει την ισχυρότερη απ’ ό,τι συνήθως υποστηρίζεται επίδραση του Ρίκερτ στον Λούκατς και οδηγεί σε διαφοροποιήσεις που επιτρέπουν την κριτική της «βιωματικής πραγματικότητας» ως στρεβλής μορφής και αντεστραμμένης πραγματικότητας.

Η πραγμάτευση της Θεωρίας του μυθιστορήματος (1916) στο Τέταρτο Κεφάλαιο του βιβλίου αμφισβητεί ρητά την ευρέως διαδεδομένη θέση περί εγελιανισμού του έργου αυτού και καταδεικνύει και εδώ την επίδραση του νεοκαντιανισμού του Λασκ. Το ενδιαφέρον του Καβουλάκου εστιάζει στην αποσαφήνιση της ιστορικοφιλοσοφικής διάστασης του έργου και, προς τον σκοπό αυτό, ανατρέχει στην αισθητική θεωρία της Χαϊδελβέργης ως ερμηνευτικό ορίζοντα της ανάλυσής του. Η ταύτιση της αισθητικής αξίας και της πραγμάτωσής της στο έργο τέχνης σημαίνει ταυτόχρονα την παράδοξη σχέση μεταξύ του άχρονου και του ιστορικού του χαρακτήρα. Η σχέση αυτή ανασυγκροτείται από τον Λούκατς μέσω της έννοιας του «νέου» ως ιδιαίτερης ποιότητας της αισθητικής αξίας. Το έργο τέχνης είναι πάντα «νέο», στον βαθμό που συγκροτείται μέσω εκείνης της παρανόησης, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω και η οποία γίνεται «αιώνια». Μεθοδολογικά, αυτό σημαίνει την άρνηση της δυνατότητας μιας ιστορίας του πολιτισμού, καθώς αυτή θα προϋπέθετε την άρση της παρανόησης. Επιτρέπει, ωστόσο, την ενσωμάτωση μιας ιδιάζουσας «φιλοσοφίας της ιστορίας» στη φιλοσοφική αισθητική, η οποία θα εξετάζει την ιστορική διάσταση της πραγματοποιημένης αξίας. Για τον σκοπό αυτό ο Λούκατς διατυπώνει μια ευρετικού χαρακτήρα τυπολογία που συνιστά και περιοδολόγηση των στυλ της τέχνης: πρωτόγονο-ante rem, κλασικό-in re και ρομαντικό-post rem στυλ.

Η ανάλυση του Καβουλάκου εστιάζει ιδιαίτερα στη διάκριση μεταξύ «κλειστού» και «προβληματικού» πολιτισμού, την οποία ανασυγκροτεί ως στηριζόμενη στην απώλεια του ολοκληρωμένου νοήματος και όχι σε κάποια κρυμμένη «λογική της ιστορίας». Η έννοια του «κλειστού» πολιτισμού προσεγγίζεται με αναφορά στην έννοια του αρχέτυπου νοήματος του Λασκ. Πρόκειται για έναν ολιστικά δομημένο κόσμο ολοκληρωμένου νοήματος, χωρίς τους δυισμούς που διαπερνούν με χαρακτηριστικό τρόπο τον νεωτερικό κόσμο. Σε αυτόν τον κόσμο αντιστοιχεί η λογοτεχνική μορφή του έπους, η οποία εκθέτει το «παρόν νόημα». Το μυθιστόρημα εμφανίζεται ως η επική ποίηση του προβληματικού πολιτισμού. Η αλλαγή που έχει επέλθει ερμηνεύεται, και πάλι βάσει του Λασκ, ως πτώση από το αντικειμενικό νόημα στη διάσπαση μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, για την οποία υπεύθυνη είναι η υποκειμενικότητα. Έτσι η «υπόσταση» διαλύεται σε «αναστοχαστικότητα» και η νόθα αντικειμενικότητα εμφανίζεται ως η ξένη δύναμη των «μορφωμάτων» που κυριαρχεί επί του υποκειμένου ως «δεύτερη φύση». Το μόνο αντίδοτο στον κόσμο του διασπασμένου νοήματος μπορεί να είναι η τέχνη – περιορισμένη, βεβαίως, στην αισθητική σφαίρα.

Το μυθιστόρημα, ως έπος του διασπασμένου κόσμου, αναπαριστά την αναζήτηση του χαμένου νοήματος, μορφοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την έλλειψη και τον θρυμματισμό της ζωής. Από αυτήν την «ιστορικοφιλοσοφική» θέση του μυθιστορήματος προκύπτει και ο κίνδυνος της απώλειας της μορφής που διατρέχει το μυθιστόρημα, εξαιτίας της έμφασής του στην υποκειμενικότητα. Αυτήν την αναγκαία μονομέρεια του μυθιστορήματος φαίνεται να εξισορροπεί η αυτογνωσία της υποκειμενικότητας που οδηγεί στην άρση της ίδιας της υποκειμενικότητας μέσω της ρομαντικής ειρωνείας, του «αρνητικού μυστικισμού των άθεων εποχών». Οι τρεις τύποι μυθιστορήματος που αναπτύσσει εδώ ο Λούκατς ανασυγκροτούνται με κριτήριο τη σχέση υποκειμένου και αντικειμένου, την οποία εκάστοτε μορφοποιούν. Έτσι, ο τύπος του «αφηρημένου ιδεαλισμού» αντιστοιχεί στη μορφοποίηση ante rem, ο τύπος του «ρομαντισμού της απογοήτευσης» στη μορφοποίηση post rem και ο τύπος του «μυθιστορήματος της διαπαιδαγώγησης» στην κλασική μορφή in re. Η εφαρμογή των κατηγοριών αυτών αναλύεται στα παραδειγματικά μυθιστορήματα που αναφέρει ο ίδιος ο Λούκατς. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με μια απόπειρα ανασυγκρότησης του βιβλίου του Λούκατς για τον Ντοστογιέφσκυ βάσει των διασωθεισών αποσπασματικών σημειώσεών του. Η ανάλυση πραγματεύεται τη στροφή των ερευνητικών ενδιαφερόντων του Λούκατς προς ζητήματα ηθικής, με έμφαση σε μια μετα-ορθολογική μυστικιστική ηθική.

Στον Επίλογο του βιβλίου του, ο Καβουλάκος επισημαίνει τον ρόλο αυτών των ηθικών στοχασμών του Λούκατς και για τη μαρξιστική του περίοδο. Τους συμπληρώνει, ωστόσο, με την ιδέα μιας «νέας κουλτούρας», που θα αποκαταστήσει τη σχέση μεταξύ οικονομικού-τεχνικού πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας, και την ιδέα μιας ολιστικής-διαλεκτικής φιλοσοφίας της ιστορίας, που εστιάζει το ενδιαφέρον της στο πρόβλημα της συγκρότησης της συνείδησης – μια προβληματική που, όπως γνωρίζουμε, επανέρχεται με κεντρικό ρόλο στο έργο Ιστορία και ταξική συνείδηση. Αποκαθιστά, έτσι, τη σχέση του πρώιμου με το ύστερο έργο του Λούκατς· αλλά την αποκαθιστά –θα έλεγε κανείς– από τη σκοπιά του πρώιμου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική συνεισφορά στο πεδίο της σχετικής ειδικής έρευνας. Ωστόσο, λόγω της λεπτομερειακής παρουσίασης όλων των κειμένων της περιόδου, μπορεί να προσφέρει και στον μη ειδικό αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εικόνα του νεαρού Λούκατς.



Δημοσιεύθηκε: 29.7.2013

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Λαβράνου, Α.: (Βιβλιοκρισία του:) Κωνσταντίνος Καβουλάκος: Τραγωδία και ιστορία. Η κριτική του νεωτερικού πολιτισμού στο νεανικό έργο του Γκέοργκ Λούκατς 1902-1918 (Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2012). Κριτικά 2013-05, .



ISSN 1791-776X