Pdf

2013-11

Ρέιτσελς: Στοιχεία ηθικής φιλοσοφίας

James Rachels: Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας (μτφρ.: Ξ. Μπαμιατζόγλου• επιμ.: Φ. Παιονίδης). Αθήνα: Εκδόσεις Οκτώ 2012, σ. 281, 22 €.



Κρίνει ο Σταύρος Καραγεωργάκης (Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών)
ouzala@hotmail.com

Το βιβλίο του Ρέιτσελς Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας είναι μία από τις σημαντικότερες εισαγωγές στην ηθική φιλοσοφία παγκοσμίως, κι έτσι η μετάφρασή του στα ελληνικά αποτελεί σίγουρα μια εξαιρετική λύση για όσους και όσες επιθυμούν να προσεγγίσουν τις βασικότερες φιλοσοφικές σχολές της ηθικής. Ο Ρέιτσελς διετέλεσε καθηγητής φιλοσοφίας σε διάφορα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στην ηθική. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1986, αλλά επανακυκλοφόρησε αρκετές φορές, με τον συγγραφέα να κάνει σημαντικές βελτιώσεις, ακόμα και προσθήκες κεφαλαίων, στις νεότερες εκδόσεις του. Το 2003 ο Τζέιμς Ρέιτσελς πέθανε, κι έτσι ο γιος του Στιούαρτ Ρέιτσελς (Stuart Rachels) –καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα– ανέλαβε να βελτιώσει και να επανεκδώσει τα Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας. Η ελληνική έκδοση αποτελεί μετάφραση της τελευταίας επανέκδοσης που συνυπογράφουν πατέρας και γιος. Το βιβλίο έχει γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, και μάλιστα όχι μόνο στον αγγλόφωνο κόσμο, αφού έχει μεταφραστεί σε οκτώ γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής της παρούσας έκδοσης.

Τα κεφάλαια που περιλαμβάνονται σε αυτή τη νέα έκδοση των Στοιχείων Ηθικής Φιλοσοφίας είναι δεκατρία, και στο πρώτο επιχειρείται η διασαφήνιση και η οριοθέτηση του πεδίου της ηθικής φιλοσοφίας. Ακολουθούν αλλά τρία, τα οποία –μαζί με το πρώτο– απαρτίζουν την πρώτη νοητή ενότητα του βιβλίου που αφορά στον χαρακτήρα της ηθικής. Συγκεκριμένα, το δεύτερο πραγματεύεται το ζήτημα του πολιτισμικού σχετικισμού, το τρίτο τον ηθικό υποκειμενισμό, και το τέταρτο Κεφάλαιο τη σχέση της ηθικής με τη θρησκεία. Στα επόμενα οκτώ Κεφάλαια αναπτύσσονται οι έξι σημαντικότερες ηθικές θεωρίες: ο ηθικός εγωισμός, η συμβολαιοκρατία, ο ωφελιμισμός, η ηθική θεωρία του Καντ, η ηθική της μέριμνας και η αρεταϊκή ηθική. Στο δέκατο τρίτο και τελευταίο Κεφάλαιο ο συγγραφέας προσπαθεί να σκιαγραφήσει μια δική του θεωρία, με την οποία αποπειράται να αντιμετωπίσει τα ηθικά προβλήματα αποτελεσματικότερα από τις άλλες θεωρίες. Τέλος, ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης Φιλήμων Παιονίδης έχει προσθέσει ένα δικό του χρήσιμο Επίμετρο στο οποίο παρουσιάζει πέντε βήματα για τη λήψη ηθικών αποφάσεων.

Ένα πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου σε σχέση με κάποια άλλα που κυκλοφορούν στην ελληνική γλώσσα είναι ότι, ενώ πραγματεύεται πολλά ζητήματα πρακτικής ηθικής, δεν έχει ως εφαλτήριο συζήτησης αυτά τα ίδια τα θέματα, αλλά τις θεωρίες. Η επιλογή αυτής της μεθόδου από τον συγγραφέα –δηλαδή να αφήνει τις θεωρίες να αναδεικνύουν τα προβλήματα και όχι το αντίστροφο– μπορεί να μην ανταποκρίνεται πάντα στην ιστορική εξέλιξη της ηθικής, σίγουρα όμως εξυπηρετεί έναν από τους βασικούς στόχους του βιβλίου που είναι η παρουσίαση των ίδιων των θεωριών για εκπαιδευτικούς λόγους. Άλλωστε, τα Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας δεν είναι ένα βιβλίο πρακτικής ηθικής, και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να είναι στο προσκήνιο τα ίδια τα πρακτικά προβλήματα.

Ας προχωρήσουμε όμως και στη χρησιμότητα αυτού του βιβλίου για την ελληνική πραγματικότητα. Ο επιμελητής του τόμου Φιλήμων Παιονίδης έχει φροντίσει να τονίσει, από το Σημείωμά του με το οποίο προλογίζει το βιβλίο, τις δύο βασικές αρετές του τόμου: την έμφαση στον «πρακτικό χαρακτήρα της ηθικής» και την προσήλωση στη «χειραφέτηση της φιλοσοφικής ηθικής από τη χριστιανική ηθική». Ξεκινώντας από το δεύτερο, μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα η επικράτηση του χριστιανισμού ως κυρίαρχου λόγου σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου έδωσε τη δυνατότητα στους εκπροσώπους του να μονοπωλήσουν τη συζήτηση περί ηθικής. Γι’ αυτό και πολλοί θεωρούν, όπως αναφέρει και ο Πίτερ Σίνγκερ σε μια κλασική συλλογή του για ζητήματα πρακτικής ηθικής, ότι η ηθική είναι ένα «σύστημα από πουριτανικούς κανόνες που αποσκοπούν στο να αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να περνούν καλά» και ότι εντάσσεται «στο πλαίσιο της θρησκείας» [1]. Στην τελευταία διαπίστωση καταλήγει και ο Ρέιτσελς (σ. 80), γι’ αυτό και αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (4ο) στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ της ηθικής και της θρησκείας, όπου και αναπτύσσει τις θεωρίες της θεϊκής επιταγής και του φυσικού δικαίου, βρίσκοντας επίσης την ευκαιρία να δείξει τις διαφορές μεταξύ φιλοσοφικής και θρησκευτικής ηθικής. Μάλιστα, καταλήγει σ’ ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ότι η διαφοροποίηση στην ερμηνεία των ιερών γραφών από εποχή σε εποχή και από δόγμα σε δόγμα δεν είναι αποτέλεσμα κυρίως της αλλαγής των απόψεων των ανθρώπων, αφού, όπως γράφει χαρακτηριστικά, «οι ηθικές πεποιθήσεις των ανθρώπων δεν προέρχονται τόσο από τη θρησκεία τους, όσο επιβάλλονται σε αυτή» (σ. 94).

Όσον αφορά στις θεωρίες που επέλεξε να ασχοληθεί ο συγγραφέας, είναι θετικό ότι συμπεριέλαβε την ηθική της μέριμνας, κάτι που δεν είναι σύνηθες για εισαγωγικά βιβλία ηθικής φιλοσοφίας (ωστόσο αυτή είναι μια επιλογή που έγινε και στο –επίσης μεταφρασμένο στα ελληνικά– βιβλίο της Τζούλια Ντράιβερ [2]). Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο ο συγγραφέας αναπτύσσει τη θεωρία της Κάρολ Γκίλιγκαν (Carol Gilligan), της μαθήτριας του Κόλμπεργκ (Lawrence Kohlberg), η οποία αμφισβήτησε τη θέση του δασκάλου της ότι η ηθική που στηρίζεται σε αφηρημένες αρχές (την οποία παρουσιάζονταν να χρησιμοποιούν κυρίως τα αγόρια στα πειράματα του Κόλμπεργκ) είναι ανώτερη από αυτήν που στηρίζεται στις σχέσεις των ανθρώπων και η οποία είναι περιπτωσιολογική, εξετάζοντας κάθε περιστατικό ξεχωριστά (η ηθική που προτιμούν οι γυναίκες). Οι γυναίκες δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις ανάγκες των άλλων, συμπάσχουν περισσότερο με τους άλλους, και έχουν την τάση να φροντίζουν περισσότερο αυτούς που υποφέρουν. «Γιατί πρέπει αυτή η ηθική να είναι κατώτερη από τα ηθικά συστήματα των αφηρημένων αρχών και των απαρέγκλιτων κανόνων;», αναρωτιέται η Γκίλιγκαν.

Η θεωρία της Γκίλιγκαν είχε εντυπωσιακή επιρροή όχι μόνο στη φεμινιστική σκέψη, αλλά κυρίως στην ηθική. Ο Ρέιτσελς προσπαθεί να εξηγήσει γιατί οι γυναίκες έχουν την τάση να διακατέχονται περισσότερο από ένα αίσθημα μέριμνας σε σχέση με τους άντρες. Η πιο ενδιαφέρουσα εξήγηση που δίνει αντλεί τη δύναμή της από τον δαρβινισμό και έχει να κάνει με την αναπαραγωγική διαδικασία: «Οι άντρες μπορούν να κάνουν χιλιάδες παιδιά, ενώ οι γυναίκες έναν μόνο περιορισμένο αριθμό. Αυτό σημαίνει ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά έχουν διαφορετικές στρατηγικές αναπαραγωγής. Για τους άντρες, η βέλτιστη στρατηγική είναι να γονιμοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες. Έχοντας κάνει αυτό, ο άντρας δεν μπορεί να αφιερώσει πολύ χρόνο σε ένα συγκεκριμένο παιδί. Για τις γυναίκες η βέλτιστη στρατηγική είναι να επενδύσουν πολλά σε κάθε παιδί, και να συνευρίσκονται μόνο με άντρες πρόθυμους να μείνουν κοντά τους» (σ. 208). Αυτό εξηγεί γιατί οι γυναίκες επενδύουν στις σχέσεις ενώ οι άντρες όχι. Πλέον, και η φυσική ανθρωπολογία συγκλίνει στο συμπέρασμα του Ρέιτσελς. Μάλιστα η μελέτη των γεννητικών οργάνων των πρωτευόντων έχει δείξει ότι τα είδη που συνουσιάζονται συχνότερα χρειάζονται μεγαλύτερους όρχεις αφού, «όταν η γονιμοποίηση συνιστά μια ανταγωνιστική λοταρία, οι μεγάλοι όρχεις επιτρέπουν στο αρσενικό να εισάγει περισσότερα σπερματοζωάρια στη λοταρία» [3]. Είναι σίγουρα ένα όχι τόσο βολικό συμπέρασμα για τις υπάρχουσες ηθικές θεωρίες, γι’ αυτό κι ο Ρέιτσελς σπεύδει να τονίσει ότι οι άνθρωποι δεν καταφεύγουν σε αυτή τη συμπεριφορά συνειδητά, ούτε και θα ήταν σωστό να το κάνουν (σ. 208).

Αξίζει να σημειωθεί επίσης, σε σχέση γενικότερα με την ηθική της μέριμνας, ότι ο Ρέιτσελς συμφωνεί με τις φεμινίστριες πως οι ηθικές θεωρίες του καθήκοντος, των συμβολαίων και της εξισορρόπησης ανταγωνιστικών συμφερόντων αντανακλούν σαφώς αντρικές αντιλήψεις και ότι χρειάζεται μια θεωρία που θα δίνει περιθώριο στις έγνοιες των γυναικών (σ. 213-4). Ο Ρέιτσελς όμως ορθώς επισημαίνει ότι μια τέτοια θεωρία τονίζει τα στοιχεία του χαρακτήρα που πρέπει να έχουμε, κι έτσι η ηθική της μέριμνας μπορεί να ενταχθεί σε μια γενικότερη αρεταϊκή ηθική.

Με τα Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας, ο Ρέιτσελς δεν θέλει να προσφέρει απλώς την παρουσίαση των σημαντικότερων θεωριών, αλλά ταυτόχρονα να προτείνει τη δική του οπτική, ακόμα κι αν αυτό γίνεται –για τις ανάγκες ενός τέτοιου εγχειρήματος– με σχετική συντομία. Αυτή η παρουσίαση γίνεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου και η θεωρία που προτείνει ο συγγραφέας λέγεται «ωφελιμισμός πολλαπλών στρατηγικών» (multiple-strategies utilitarianism). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το ενιαίο ηθικό κριτήριο που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη είναι η ανθρώπινη ευημερία –όπως προϋποθέτει γενικά ο ωφελιμισμός–, αλλά στην προσπάθειά μας να επιτύχουμε αυτόν τον σκοπό δικαιολογούμαστε να χρησιμοποιήσουμε πολλές στρατηγικές, όπως επίσης και κάποιους περιορισμούς. Όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Ρέιτσελς, εμπνεύστηκε αυτή τη θεωρία από τον Χένρι Σίτζγουικ (Henry Sidgwick) και τη θεωρία που αποκαλείται «ωφελιμισμός των κινήτρων», σύμφωνα με την οποία ενεργούμε με βάση τα κίνητρα που προάγουν καλύτερα τη γενική ευημερία (σ. 244). Στο πλαίσιο της θεωρίας που προτείνει ο Ρέιτσελς, οι άνθρωποι μπορεί να έχουν ένα βέλτιστο σχέδιο στο μυαλό τους, βάσει του οποίου επιλέγουν πώς θα πράττουν σε κάθε περίπτωση, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα ταυτίζονται απαραίτητα τα κριτήρια και οι στρατηγικές όλων των ανθρώπων. Ωστόσο, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας, μπορεί κάποια κίνητρα που καθοδηγούν τις πράξεις μας να μην είναι ωφελιμιστικά. Έτσι, ο Ρέιτσελς προσπαθεί να ξεπεράσει κάποια αδιέξοδα του παραδοσιακού ωφελιμισμού, όπως για παράδειγμα την επιλογή να βοηθήσω έναν συγγενή ή έναν φίλο μου έναντι κάποιου άλλου που το έχει περισσότερη ανάγκη. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού ωφελιμισμού, για παράδειγμα, θα έπρεπε να σταματήσω να δίνω χαρτζιλίκι στην κόρη μου μια φορά τον μήνα για να πηγαίνει στον κινηματογράφο, αφού με αυτά τα χρήματα θα μπορούσα να γίνω ανάδοχος ενός υποσιτισμένου παιδιού μιας φτωχής χώρας μέσω κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης. Ο ωφελιμισμός πολλαπλών στρατηγικών μού δίνει τη δυνατότητα να συνεχίζω να δίνω χαρτζιλίκι στην κόρη μου, όπως θα έπραττε μάλλον κάθε δυτικός άνθρωπος, ο οποίος θα προτιμούσε να θεωρήσει τη φιλανθρωπία μια επιπλέον ανάγκη την οποία θα έπρεπε να ικανοποιήσει αφού είχε καλύψει όλες τις άλλες του ανάγκες, μεταξύ των οποίων και την κινηματογραφική εξόρμηση της κόρης του.

Ο ωφελιμισμός των πολλαπλών στρατηγικών που προτείνει όμως ο Ρέιτσελς αφήνει ανοιχτές της γέφυρες επικοινωνίας με τις άλλες παραδοσιακές ηθικές θεωρίες. Ίσως αυτό να αποτελεί και μία από τις “στρατηγικές” της θεωρίας. Συγκεκριμένα, ο Ρέιτσελς αναγνωρίζει την αξία κάποιων ηθικώς αξιέπαινων κριτηρίων, όπως είναι η αγάπη και η αφοσίωση. «Άλλωστε, ποιος θα ήθελε να ζει σε έναν κόσμο δίχως αγάπη και φιλία;», αναρωτιέται ο συγγραφέας (σ. 240). Το ίδιο κάνει και με τη δικαιοσύνη και την ακριβοδικία. Ωστόσο, στις λίγες σελίδες του τελευταίου κεφαλαίου είναι δύσκολο για τον συγγραφέα να καταφέρει να πείσει τον μέσο αναγνώστη για το πώς είναι δυνατόν ο ωφελιμισμός των πολλαπλών στρατηγικών να ικανοποιήσει ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο όπως αυτό της συμβατότητάς του με κάποιες, τουλάχιστον, από τις αρχές των αντίπαλων ηθικών στρατοπέδων.

Σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο, ο Ρέιτσελς βρίσκει την ευκαιρία να δείξει για μία ακόμα φορά ότι η ηθική φιλοσοφία θα πρέπει να προσαρμοστεί στις εκκλήσεις της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας. Για να προχωρήσουμε στην υιοθέτηση της ηθικής του ωφελιμισμού των πολλαπλών στρατηγικών, θα πρέπει να πάψουμε να θεωρούμε ότι το ανθρώπινο είδος είναι το κέντρο του κόσμου και να αναπτύξουμε μια ηθική «δίχως ύβρη», όπως γράφει ο συγγραφέας (σ. 235-6). Θα πρέπει επίσης να διευρύνουμε την ηθική μας κοινότητα, όχι μόνο στον χώρο και στον χρόνο, αλλά και σε άλλα είδη. Αυτή η κοινότητα οφείλει να μην περιλαμβάνει στους κόλπους της μόνο το ανθρώπινο είδος (ακόμη και τους ανθρώπους των μελλοντικών γενεών), αλλά και τα μη ανθρώπινα ζώα τα οποία έχουν την ικανότητα να νοιώσουν πόνο και ηδονή (σ. 245). Η συγκεκριμένη παρότρυνση δεν είναι τυχαία, αφού ο Τζέιμς Ρέιτσελς ήταν ένας από τους πρώτους φιλοσόφους του 20ού αιώνα που υποστήριξαν τα δικαιώματα των ζώων και τη χορτοφαγία για ηθικούς λόγους [4]. Γι’ αυτό σε πολλά σημεία αυτού του βιβλίου κάνει ειδικές αναφορές στο ζήτημα της ηθικής αντιμετώπισης των μη ανθρώπινων ζώων.

Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στο ζήτημα της απόδοσης συγκεκριμένων όρων στα ελληνικά, αφού μάλιστα τα ελληνόφωνα κείμενα που κυκλοφορούν περί ηθικής φιλοσοφίας είναι λιγοστά, και επομένως δεν έχει παγιωθεί η απόδοση κάποιων φιλοσοφικών όρων. Στα θετικά, αξίζει να αναφέρουμε την απόδοση του utilitarianism ως «ωφελιμισμού» και όχι «ωφελιμοκρατίας» (παρά τον κίνδυνο της σύγχυσης με την καθημερινή σημασία του όρου «ωφελιμιστής»), κυρίως λόγω της προτίμησης της κατάληξης «-ισμός» από το «-κρατία». Ωστόσο, η επιλογή του όρου «ειδολογικός σοβινισμός» για την απόδοση του όρου speciesism (σ. 152) δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη αφού, παρά το γεγονός ότι αυτός ο όρος αποδίδει απόλυτα το νόημα του αγγλικού, είναι δύσχρηστος και η χρήση του ως επιθέτου (π.χ. ειδολογικά σοβινιστική συμπεριφορά) καθιστά ακόμα πιο περίπλοκη τη χρήση του. Απεναντίας η προτίμηση του όρου «ειδισμός» (ειδιστής, ειδιστικός, αντι-ειδιστικός) προσφέρει περισσότερα πλεονεκτήματα. Επίσης, η χρήση του όρου «ηθική της μέριμνας» για τη θεωρία της Κάρολ Γκίλιγκαν, αντί του μάλλον καθιερωμένου (κυρίως στα εγχειρίδια ψυχολογίας και παιδαγωγικής) «ηθική της φροντίδας», δεν φαίνεται να προσφέρει κάποιο σημαντικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, συνολικά η μετάφραση είναι πολύ ικανοποιητική και η απόδοση των υπόλοιπων όρων δεν ξενίζει στον αναγνώστη.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι το εγχειρίδιο του Ρέιτσελς αποτελεί πραγματικά μια ιδανική εισαγωγή σε ζητήματα ηθικής για φοιτητές, αλλά και για το ευρύ κοινό που θέλει να διαβάσει μια απλή, αλλά ταυτόχρονα συστηματική παρουσίαση των σημαντικότερων ηθικών θεωριών. Επίσης, η έμφαση στην πρακτική ηθική καθιστά το βιβλίο του Ρέιτσελς ελκυστικό στην ανάγνωση, αλλά και χρήσιμο οδηγό για την επίλυση βασικών ηθικών διλημμάτων. Επιπλέον, μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει και έναν χρήσιμο οδηγό για όσους διδάσκουν φιλοσοφία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διότι το πλήθος των παραδειγμάτων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι εξαιρετικό για την εισαγωγή ενός φιλοσοφικού προβλήματος ή την ανάπτυξη μιας φιλοσοφικής θεωρίας, αφού ως γνωστόν το παράδειγμα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο του διδάσκοντα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης [5].


Σημειώσεις:
[1] P. Singer, Practical Ethics (Cambridge: Cambridge University Press 1993), σ. 1-3.
[2] J. Driver, Ηθική Φιλοσοφία. Οι βασικές της αρχές (μτφρ.-επιμ. Ι.Ν. Μαρκόπουλος· Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2010).
[3] J. Diamond, Ο τρίτος χιμπαντζής. Η εξέλιξη και το μέλλον του ανθρώπινου ζώου (Αθήνα: Κάτοπτρο 2009), σ. 109.
[4] Βλέπε και το σχετικό βιβλίο του J. Rachels, Created from Animals. The Moral Implications of Darwinism (Oxford: Oxford University Press 1990).
[5] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ανώνυμους κριτές των Κριτικών για τις χρήσιμες παρατηρήσεις τους.



Δημοσιεύθηκε: 30.9.2013

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Καραγεωργάκης, Σ.: (Βιβλιοκρισία του:) James Rachels: Στοιχεία Ηθικής Φιλοσοφίας (Αθήνα: Εκδόσεις Οκτώ 2012). Κριτικά 2013-11, <http://www.philosophica.gr/critica/2013-11.html>.



ISSN 1791-776X