Pdf

2013-14

Φερρύ: Homo Aestheticus

Luc Ferry: Homo Aestheticus. Η επινόηση της καλαισθησίας στη δημοκρατική εποχή (μτφρ.: Χ. Μπακονικόλα, Φ. Σιατίτσας· επιμ.: Χ. Μπακονικόλα, Α. Μιράσγεζη). Αθήνα: Ευρυδίκη 2011, 480 σ., 26 €.



Κρίνει η Ματίνα-Ιωάννα Κυριαζοπούλου (Υπ. Δρ Φιλοσοφίας)
mkyriazo@edlit.auth.gr

Η μετάφραση της μονογραφίας του Λυκ Φερρύ με τον γοητευτικό τίτλο Homo Aestheticus. Η επινόηση της καλαισθησίας στη δημοκρατική εποχή προσφέρει στον έλληνα αναγνώστη μια ιδιότυπη ιστορία της αισθητικής από τον 17ο αιώνα, λίγο πριν από την αναγνώριση της αυτονομίας της ως φιλοσοφικού κλάδου, έως τη σημερινή εποχή. Ο συγγραφέας είναι σύγχρονος γάλλος στοχαστής, υποστηρικτής ενός μη μεταφυσικού ανθρωπισμού, πρώην καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας, αλλά και Υπουργός Νεολαίας, Εθνικής Εκπαίδευσης και Έρευνας των κυβερνήσεων Ραφαρέν (2002-2004) που πρωτοστάτησε στην εφαρμογή του νόμου περί απαγόρευσης των θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία. Στο ελληνικό κοινό έγινε γνωστός χάρη στη μετάφραση αρκετών από τα πιο πρόσφατα έργα του εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας που ο ίδιος εντάσσει στην προσπάθεια συγγραφής μιας «παιδαγωγικής φιλοσοφίας», με σκοπό τη διευκόλυνση της επαφής του μέσου αναγνώστη με τον, συχνά δυσνόητο, φιλοσοφικό στοχασμό και τη μύησή του σε ζητήματα φιλοσοφικής αυτογνωσίας [1]. Αντίθετα, το έργο που εξετάζουμε ανήκει στην πρώτη συγγραφική του περίοδο, έχοντας περισσότερο ακαδημαϊκό χαρακτήρα· πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά το 1990 και μέχρι στιγμής έχει μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες.

Με τη μελέτη αυτή ο Φερρύ καταπιάνεται με ένα δύσκολο και συνάμα πρωτοπόρο για την εποχή της συγγραφής του βιβλίου εγχείρημα: Επιχειρεί να μιλήσει για τη συγκρότηση του μοντέρνου υποκειμένου ως “αισθητικού”, μέσα από την ιστορικοφιλοσοφική θεώρηση (ιστορική και θεωρητική την χαρακτηρίζει ο ίδιος) μιας σειράς φιλοσόφων και κειμένων. Η αισθητική, υποστηρίζει ο Φερρύ, αποτελεί προνομιακό πεδίο για τη συζήτηση ζητημάτων ανάλογων με αυτά που σήμερα ταλανίζουν τη σφαίρα του πολιτικού, καθώς εντός της εντοπίζονται και μπορούν να παρατηρηθούν σε κατάσταση «χημικά αμιγή». Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «η ιστορία της αισθητικής είναι κατ’ εξοχήν ο χώρος της εξυποκειμένισης του κόσμου» (σ. 42) και μέσω αυτής εκφράστηκε η ανατροπή που εγκαινίασε σε όλους τους τομείς ο 18ος αιώνας. Αφετηρία για την ανάπτυξη του στοχασμού του αποτέλεσε, σύμφωνα με τη δική του δήλωση [2], το κλασικό πρόβλημα της σχέσης του ατομικού με το συλλογικό, η αντιπαράθεση για τη δυνατότητα θεμελίωσης του αντικειμενικού πάνω στο –και παράλληλα με το– υποκειμενικό γούστο και η ομο-λογία δύο κρίσιμων ερωτημάτων: Πρώτον, πώς είναι δυνατή η επικράτηση του «κοινού νου» και της συναινετικής αποδοχής κάποιων βασικών αξιών –που κατά τον ίδιο πρέπει να αναχθούν σε εκείνες της εποχής του Διαφωτισμού– σε μια δημοκρατική αλλά ατομοκεντρική πολιτική κοινωνία· δεύτερον, πώς είναι δυνατή η συνύπαρξη και η αποδοχή συστημάτων κανόνων καλαισθησίας ταυτόχρονα με τη διατήρηση του δικαιώματος του καθενός στην έκφραση υποκειμενικών αισθητικών προτιμήσεων, σε μία εποχή που δεν είναι πλέον δυνατή η αξίωση περί καθολικότητας και αντικειμενικότητας των αισθητικών κριτηρίων και κρίσεων. Παράλληλα θίγει, μεταξύ άλλων, κλασικά ερωτήματα όπως περί της σχετικότητας της αξίας των έργων τέχνης, των θεμελίων μιας αληθινά δημοκρατικής κουλτούρας ή της δυνατότητας ενός δημοκρατικού κόσμου ο οποίος να αντανακλάται στα έργα τέχνης.

Στην απόπειρά του να κατανοήσει, να ερμηνεύσει και να απαντήσει στα παραπάνω ερωτήματα ο Φερρύ εντοπίζει πέντε καθοριστικές ιστορικές και διανοητικές στιγμές που αποτελούν τους άξονες της αφήγησής του. Τις στιγμές αυτές αντιστοιχίζει σε ισάριθμα κεφάλαια του βιβλίου, πλαισιώνοντάς τα με μία σύντομη εισαγωγή, ένα εκτενές εισαγωγικό στην προβληματική κεφάλαιο και ένα επιλογικό, όπου αναπτύσσει εν συντομία την άποψή του για τη θέση και τον ρόλο της ηθικής στην εποχή της αισθητικής. Όλα τα κεφάλαια συνοδεύονται από την παράθεση βιβλιογραφικών κυρίως σημειώσεων.

Η αφήγηση ξεκινά με την «επανάσταση της καλαισθησίας», την αυτονόμηση της αισθητικής, τη σταδιακή «απόσυρση του κόσμου» (Weltlosigkeit) και τη γέννηση του «πολιτικού ανθρωπισμού» – όλα προϊόντα της νεωτερικότητας. Την εποχή αυτή, υποστηρίζει ο Φερρύ, η φύση και η αξία του έργου τέχνης θεμελιώνονται πλέον από το υποκείμενο που το προσλαμβάνει και, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, το καλλιτέχνημα παύει να αποτελεί έναν μικρόκοσμο, η αισθητική αξία του οποίου εξαρτιόταν από τη σχέση του με μια αντικειμενική ιδέα που έδρευε σε έναν (εξωτερικό προς το άτομο) υπερβατικό μακρόκοσμο. Ωστόσο, και παρά τη ρήξη με την παράδοση, έως τον Νίτσε διατηρείται η ιδέα ότι το έργο τέχνης συνεχίζει να σχετίζεται, έστω λιγότερο άμεσα, με κάποια μορφή αντικειμενικότητας. Ακόμη, οι φιλόσοφοι καλούνται να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της δυνατότητας για θεμελίωση της υπερβατικότητας των αξιών «μέσα στη ριζική τους εμμένεια» (σ. 37-8). Τρία ακόμη προβλήματα προς επίλυση συνοδεύουν τη συγκρότηση της αισθητικής ως ξεχωριστού κλάδου: α) το ζήτημα της ανορθολογικότητας του ωραίου που προκαλείται από την αυτονόμηση του αισθητικού από το λογικό, β) η γέννηση της κριτικής που καθιστά αναγκαία την πρωτοτυπία ενός έργου, προκειμένου να αναγνωριστεί ως τέτοιο από τους ιστορικούς και κριτικούς της τέχνης, και, γ) (το πιο πολιτικό από τα τρία) το ζήτημα της επικοινωνίας και του sensus communis, που εδώ εκφράζεται με το ερώτημα αναφορικά με τη δυνατότητα και το νόημα της διαμάχης περί του ωραίου στο πλαίσιο μιας ατομικιστικής κουλτούρας.

Περνώντας στις «στιγμές» που διαμόρφωσαν την ιστορία της υποκειμενικότητας, ο Φερρύ τοποθετεί την πρώτη από αυτές στην προϊστορία της αισθητικής ως γνωστικού πεδίου και στην κληρονομημένη αντιπαράθεση –εντός του κοινού, όμως, εδάφους του ατομικισμού– ανάμεσα στον καρτεσιανισμό και τον Πασκάλ σχετικά με το αν η ουσία του υποκειμένου, και ειδικότερα του αισθητικού κριτηρίου, εδράζεται στον λόγο ή στο συναίσθημα. Ο συγγραφέας επιχειρεί με επιτυχία να περιγράψει πώς το συναίσθημα κέρδισε τη σταδιακή αναγνώριση μετά από έναν αιώνα καρτεσιανού ορθολογισμού. Στο κεφάλαιο αυτό, που συνιστά μια περιδιάβαση κεντρικών εκφάνσεων του στοχασμού που αναπτύχθηκε από τον Μπούουρ (Dominique Bouhours) και τον θάνατο του κλασικισμού ως τον Μπάουμγκαρτεν (Alexander Gottlieb Baumgarten) αναφορικά με το ζήτημα της μεταδοσιμότητας της αισθητικής εμπειρίας, ο Φερρύ οδηγείται στο συμπέρασμα ότι κοινό στοιχείο της «αισθητικής του συναισθήματος» και του «κλασικού δογματισμού» αποτελεί η αδυναμία σύλληψης της διυποκειμενικότητας που γεννά το ωραίο λόγω της επιμονής στη μοναδολογική σύλληψη του υποκειμένου. Με την Αισθητική του Μπάουμγκαρτεν –η οποία, παρά τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις της, συγκροτείται ενάντια σε αυτό το πρότυπο– και την έννοια του analogon rationis δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της καντιανής θεωρίας.

Η ανασυγκρότηση της καντιανής «στιγμής» αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, κάτι εύλογο από τη στιγμή που, κατά τον συγγραφέα, εδώ κορυφώνεται η ιστορία του αισθητικού υποκειμένου [3]. Ο Καντ πραγματοποιεί μια φιλοσοφική επανάσταση –ισάξια με τη σύγχρονή της πολιτική– απελευθερώνοντας το άτομο από τον μεταφυσικό ζυγό του Λάιμπνιτς και επιτρέποντας στο κάλλος να υπάρχει ως τέτοιο και όχι απλώς ως απεικόνιση και αντανάκλαση του θεϊκού. Με την απόσυρση του θεϊκού, η αισθητική αξιοποιείται για τη θεωρητικοποίηση του sensus communis, της συμφωνίας των επιμέρους υποκειμενικών «αισθητικοτήτων», και, παράλληλα, ο καλλιτέχνης δεν περιορίζεται πια στην «ανακάλυψη» των υπερβατικών αληθειών αλλά είναι ελεύθερος να τις επινοήσει. Στο κεφάλαιο αυτό ο Φερρύ, εύστοχα, δεν περιορίζεται στην, ομολογουμένως, ενθουσιώδη περιγραφή της καινοτόμου θεωρίας του γερμανού φιλοσόφου αλλά επεκτείνεται στην υπεράσπισή της απέναντι σε χαϊντεγκεριανής προέλευσης “παρανοήσεις” της, αξιοποιώντας το παράδειγμα του υψηλού και της συσχέτισής του με την τέχνη του μπαρόκ (και στηριζόμενος στη σχετική ερμηνεία του Κασσίρερ).

Τον επόμενο μεγάλο σταθμό της αφήγησης αποτελεί η εγελιανή αισθητική, την οποία ο Φερρύ αντιλαμβάνεται ως οπισθοδρόμηση προς έναν καρτεσιανής προέλευσης «ιστορικοποιημένο κλασικισμό», μέσω της επιστροφής σε μια μοναδολογική σύλληψη του υποκειμένου και της υπαγωγής του στοχασμού σε μια θεοδικία που έλκει την καταγωγή της από τον Λάιμπνιτς. Η εγελιανή στιγμή απολήγει στον «θάνατο της τέχνης» λόγω της υποτίμησης του αισθητού κόσμου και του φυσικού κάλλους και της υποβάθμισης της αισθητικής ως απλής έκφρασης μιας ιδέας στο πεδίο της αισθητικότητας. Ο Φερρύ αντιμετωπίζει επικριτικά, σχεδόν μεροληπτικά, τον Χέγκελ, υποστηρίζοντας πως η αποκατάσταση του θείου και του νοητού και η εισχώρηση της τέχνης, ως αισθητής παράστασης της αλήθειας, στη σφαίρα της ιστορικότητας έχουν ως αποτέλεσμα την «αυτοδιάλυση της τέχνης μέσα στη θρησκεία και κατόπιν μέσα στη φιλοσοφία» (σ. 199) και την υπονόμευση της αυτονόμησης του υποκειμένου.

Τον εγελιανό «θάνατο της τέχνης» διαδέχεται ο νιτσεϊκός «θάνατος του Θεού». Χάρη στον Νίτσε, υπογραμμίζει ο Φερρύ, αφενός αναβαθμίζεται και απελευθερώνεται η αισθητική με την επίθεση στην παραδοσιακή μεταφυσική, και αφετέρου η ίδια η τέχνη ανυψώνεται στο βάθρο της «μοναδικής αλήθειας» μέσω της καταγγελίας της διχοτόμησης ανάμεσα στις υπερβατικές αλήθειες και τις επίγειες αναπαραστάσεις τους. Ωστόσο, ο Φερρύ καταλογίζει στον Νίτσε τη «διάσπαση» και εν τέλει τη συντριβή του ίδιου του νεωτερικού υποκειμένου: Ο Χάιντεγκερ είχε δίκιο όταν υποστήριξε ότι ο νιτσεϊσμός είναι μία «μοναδολογία χωρίς Θεό». Ο στοχασμός του Νίτσε ενεργοποίησε τον κίνδυνο του απόλυτου σχετικισμού και υπονόμευσε όχι μόνο τη δυνατότητα συναίνεσης στο ζήτημα των αισθητικών κριτηρίων, αλλά και τα ίδια τα θεμέλια των δημοκρατικών κοινωνιών, προάγοντας τον «υπερ-ατομικισμό» έναντι της διυποκειμενικότητας, στην οποία, κατά τον συγγραφέα, θα μπορούσαν να στηριχθούν οι αξίες που θα αντικαθιστούσαν τις παραδοσιακές.

Στη συνέχεια, και προσπερνώντας την εντυπωσιακή εμφάνιση των καλλιτεχνικών πρωτοποριών, ο Φερρύ επικεντρώνεται στην παρακμή τους κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, κληρονομιά της νιτσεϊκής πλουραλιστικής ατομικότητας. Μετά τη ρήξη με την παράδοση, οι καλλιτεχνικές (αλλά και οι πολιτικές) πρωτοπορίες ήρθαν αντιμέτωπες με τις εσωτερικές τους αντιφάσεις. Παρά την κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και την υποκουλτούρα, καθώς και αισθητικών κατηγοριών όπως το κάλλος και το υψηλό, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες προέβαλαν το αίτημα αναγνώρισης των έργων τους ως «ωραίων» και «υψηλών». Αυτή η (σχεδόν παράλογη κατά τον Φερρύ) στάση, όπως και η ανάγκη των καλλιτεχνών να καινοτομούν διαρκώς εφευρίσκοντας νέες “αλήθειες”, ερμηνεύεται ως «επιστροφή στην παράδοση». Στον αντίποδα αυτής της επιλογής (αναποτελεσματικής για την επίλυση των προβλημάτων του μεταμοντέρνου υποκειμένου) βρίσκεται η «ηθική της αυθεντικότητας», έννοια που αναπτύσσει εν συντομία ο συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Χαρακτηριστικά της είναι η αυτοπραγμάτωση, ο αυτοπεριορισμός της αυτονομίας, η ανοχή και ο σεβασμός του Άλλου. Για τον Φερρύ, ο συνδυασμός της ηθικής της αυθεντικότητας με την αριστοκρατική υπεροχή και τη δημοκρατική αρετή συνιστά τη μόνη λύση στο αισθητικό και πολιτικό πρόβλημα του μεταμοντέρνου υποκειμένου, λύση που δεν προϋποθέτει την «επιστροφή στην Παράδοση».

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τρία εκτενή παραρτήματα (σ. 389-473), τα οποία περιλαμβάνουν την παρουσίαση και μετάφραση του πρώτου και τελευταίου κεφαλαίου της Φαινομενολογίας (1766) του Λάμπερτ (Johan Heinrich Lambert), τη μετάφραση των πρώτων παραγράφων της Αισθητικής (1750) και του κεφαλαίου για την αισθητική αλήθεια του Μπάουμγκαρτεν και, τέλος, ένα σύντομο δοκίμιο του ίδιου του Φερρύ για την οπτική αναπαράσταση των μη ευκλειδείων γεωμετριών (19ος αιώνας). Το γεγονός ότι τόσο η Φαινομενολογία όσο και η Αισθητική δεν έχουν μεταφραστεί μέχρι στιγμής στα ελληνικά καθιστά ακόμη πιο αξιέπαινη την προσπάθεια των μεταφραστών και της Μυρτώς Γκαράνη, η οποία ανέλαβε την αντιπαραβολή από τα λατινικά των παραγράφων της Αισθητικής. Ακόμη, όπως επισημαίνουν στον πρόλογό τους οι επιμελήτριες, αντιπαρέβαλαν τις (αρκετές) γαλλικές μεταφράσεις των φιλοσοφικών παραθεμάτων με τα γερμανικά, κυρίως, και αγγλικά πρωτότυπα κείμενα, διορθώνοντας όπου έκριναν απαραίτητο τη μετάφραση του συγγραφέα. Οι μεταφραστικές αποκλίσεις υποσημειώνονται, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κατανοήσει και την ερμηνεία-μετάφραση του Φερρύ.

Συνολικά, πρόκειται για μία προσεγμένη και πιστή μετάφραση, αποτέλεσμα κοπιαστικής εργασίας, που φανερώνει εξοικείωση με το φιλοσοφικό λεξιλόγιο και αποδίδει επιτυχώς το καθαρό ύφος του συγγραφέα. Όσον αφορά επιμέρους μεταφραστικά ζητήματα, το πιο ουσιαστικό που οφείλουμε να επισημάνουμε αφορά τον βασικό όρο goût του πρωτοτύπου, τον οποίο οι μεταφραστές επέλεξαν να αποδώσουν ως «καλαισθησία». Ωστόσο, ο όρος «γούστο» που μάλλον έχει επικρατήσει στην ελληνική φιλοσοφική γλώσσα και προέρχεται από το λατινικό gustus (γεύση, γούστο, καλαισθησία) χρησιμοποιείται και αυτός σε ορισμένες περιπτώσεις: στις μεταφράσεις γερμανικών και αγγλικών παραθεμάτων οι όροι Geschmack και taste αποδίδονται ως «γούστο». Ο ίδιος ο Φερρύ χρησιμοποιεί αποκλειστικά και αδιαφοροποίητα τον όρο goût τόσο στο δικό του κείμενο όσο και στις μεταφράσεις των παραθεμάτων. Εφόσον, πάντως, γίνεται χρήση και του όρου «γούστο» στην ελληνική μετάφραση κρίνουμε πως θα ήταν πιο δόκιμη αν όχι η αποκλειστική χρήση του, τουλάχιστον η επιλογή του σε ορισμένα επιπλέον σημεία του κειμένου, όπως για παράδειγμα στη σ. 35: Εδώ ο Φερρύ υπογραμμίζει τη ρήξη που προκάλεσε στην ιστορία της υποκειμενικότητας η χρήση του gustus από τον Ισπανό Ιησουίτη Γραθιάν (Baltasar Gracián) για πρώτη φορά «με ένα μεταφορικό νόημα» (δηλ. με αισθητική σημασία)· αν κρατήσουμε τη μετάφραση του goût ως καλαισθησίας, δεν φαίνεται πού έγκειται η μεταφορά.

Η έκδοση του έργου στα ελληνικά αποτελεί πολύτιμο βοήθημα για όσους ασχολούνται με την αισθητική φιλοσοφία και την τέχνη γενικότερα και ταυτόχρονα σημαντική συνεισφορά στην επίκαιρη συζήτηση των σχέσεων αλληλεπίδρασης αισθητικής και πολιτικής. Ο Φερρύ εντοπίζει παραλληλίες στα κοινά ζητήματα των δύο περιοχών και τις σχολιάζει με ευστοχία, επιχειρώντας μέσω της εξιστόρησης της πορείας του μοντέρνου και μεταμοντέρνου υποκειμένου να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τις σύγχρονες αισθητικές/πολιτιστικές και –δευτερευόντως– πολιτικές ανάγκες. Η κεντρική του θέση ότι το ριζικότερο πρόβλημα της αισθητικής σχετίζεται θεμελιωδώς με το πολιτικό πρόβλημα του δημοκρατικού ατομικισμού είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και προσφέρεται για προβληματισμό. Ωστόσο, ορισμένες από τις θέσεις του δεν εξηγούνται επαρκώς, εμφανίζονται διάσπαρτα στο βιβλίο ως υπαινιγμοί, με αποκορύφωμα την ιδέα (που μάλλον απηχεί αναλύσεις του Χάμπερμας για τη νεωτερικότητα) ότι η αισθητική δύναται να παράσχει ένα κανονιστικό μοντέλο για την πολιτική, ιδέα που δεν αναπτύσσεται ως ολοκληρωμένο επιχείρημα αλλά η συγκρότησή του εναπόκειται στον αναγνώστη. Μέσα από τις γραμμές του βιβλίου διαφαίνεται πως, για τον γάλλο στοχαστή, τη λύση στο πρόβλημα της μετανεωτερικότητας αποτελεί ο «εκδημοκρατισμός του γούστου», δηλαδή η επικράτηση του υποκειμενικού (subjective) έναντι του ατομικιστικού (individualistic) αισθητικού και πολιτικού προτύπου ατόμου, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για τη δημιουργία διυποκειμενικών (intersubjective) πολιτικών και αισθητικών συστημάτων· δεν προχωρά όμως στην ανάπτυξη των τρόπων με τους οποίους αυτό θα καταστεί εφικτό.

Αναγνωρίζοντας ορισμένες από τις ελλείψεις του βιβλίου, έντεκα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση ο Φερρύ προχώρησε στη συγγραφή μιας τροποποιημένης και βελτιωμένης του εκδοχής με τίτλο Le Sens du Beau: Aux origines de la culture contemporaine (Paris: Le Livre de Poche 2001), κάτι για το οποίο ίσως θα έπρεπε να ειδοποιηθεί ο έλληνας αναγνώστης. Το βιβλίο συνοδεύεται από πλούσια εικονογράφηση –μια αισθητή έλλειψη του Homo Αestheticus–, είναι γραμμένο σε ελαφρώς απλουστευμένη γλώσσα, η δομή του είναι περισσότερο συγκροτημένη, ενώ λείπουν οι αναφορές στους λιγότερο γνωστούς στοχαστές (όπως οι Λάμπερτ και Βολφ), μια και προγραμματικός σκοπός του συγγραφέα είναι η διευκόλυνση της ανάγνωσής του από το μη ειδικό κοινό. Ο Φερρύ επικεντρώνεται στη συζήτηση για τη σύγχρονη τέχνη (το κεφάλαιο για την παρακμή των πρωτοποριών καταλαμβάνει το ένα τρίτο του έργου [4]), περιορίζοντας τις αναφορές στην ηθική και πολιτική διάσταση της τέχνης, και προσεγγίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια πολλά, αισθητικά κυρίως, ερωτήματα που εγείρονταν αλλά έμεναν αναπάντητα στον αναγνώστη του Homo Aestheticus – δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πλειονότητα των ερωτημάτων για τη σχέση μεταξύ αισθητικής και πολιτικής. Πιστεύουμε πως η μετάφρασή του στα ελληνικά θα ήταν ευπρόσδεκτη από το ευρύτερο κοινό, καθώς τα δύο βιβλία αλληλοσυμπληρώνονται: Η θεωρητική ανάλυση του Homo Aestheticus, που (λίγα χρόνια μετά το Homo Academicus, στον τίτλο του οποίου λοξοκοιτά, και λίγο πριν από τους Κανόνες της τέχνης του Μπουρντιέ) έδειξε πώς συγκροτείται το αισθητικό πεδίο στον χώρο της φιλοσοφίας, εμπλουτίζεται τώρα από μια στοχευμένη περιδιάβαση στα ίδια τα έργα τέχνης που επαναφέρει τη συζήτηση στην έννοια του ωραίου [5].


Σημειώσεις:
[1] Μαθαίνοντας να ζούμε: 1. Φιλοσοφική πραγματεία για τις νεότερες γενιές (μτφρ. Τ. Μπέτζελος· Αθήνα: Πλέθρον 2008) και 2. Η σοφία των µύθων (μτφρ. Λ. Σιπητάνου· Αθήνα: Πλέθρον 2010)· Η επανάσταση της αγάπης (μτφρ. Λ. Σιπητάνου· Αθήνα: Πλέθρον 2012)· (με τον Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ) Οι μοντέρνοι καιροί και η σοφία τους: Δέκα ερωτήματα για την εποχή μας (μτφρ. Γ. Καυκιάς· Αθήνα: Λιβάνης 2000)· (με τον Jean-Didier Vincent) Τι είναι ο άνθρωπος; Η βιολογία συνομιλεί με τη φιλοσοφία (μτφρ. Α. Καραστάθη & Φ. Σιατίστας· Αθήνα: Κριτική 2005).
[2] Βλ. τη συζήτηση του Φερρύ με τον Éric Deschavanne, την οποία ο δεύτερος συμπεριέλαβε στο βιβλίο του Le Deuxième Humanisme: Introduction à la pensée de Luc Ferry et entretien avec Luc Ferry (Paris: Germina 2010).
[3] Στη συζήτησή του με τον Deschavanne (σημ. 2), ο Φερρύ παραδέχθηκε πως αιτία της στροφής και της ενασχόλησής του με την αισθητική αποτέλεσε η μελέτη της Κριτικής της κριτικής δύναμης, η οποία οδήγησε στη συγγραφή του πρώτου δημοσιευμένου άρθρου του με τίτλο «Sublime et système chez Kant. Essai d’interprétation du sublime mathématique» (1975) και στη μετάφραση έργων του γερμανού φιλοσόφου στα γαλλικά· αργότερα δημοσιεύτηκε η μονογραφία του Kant: Une lecture des trois Critiques (Paris: Grasset 2006).
[4] Η επιμονή σε αυτή την άποψη και οι δηλώσεις του σχετικά με τον «παραλογισμό» και τη «γελοιότητα» της σύγχρονης τέχνης έχουν προκαλέσει συχνά, και ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση του εν λόγω βιβλίου, αρνητικές αντιδράσεις και αντίλογο, κυρίως από την πλευρά των καλλιτεχνών και των ιστορικών της τέχνης.
[5] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ανώνυμους κριτές των Κριτικών για τις χρήσιμες παρατηρήσεις τους.



Δημοσιεύθηκε: 15.12.2013

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Κυριαζοπούλου, Μ.-Ι.: (Βιβλιοκρισία του:) Luc Ferry: Homo Aestheticus. Η επινόηση της καλαισθησίας στη δημοκρατική εποχή (Αθήνα: Ευρυδίκη 2011). Κριτικά 2013-14, <http://www.philosophica.gr/critica/2013-14.html>.



ISSN 1791-776X