Pdf

2015-01

Χάιντεγκερ: Ουσίωση και έννοια της φύσης

Martin Heidegger: Περί της ουσίωσης και της έννοιας της φύσης (προλεγόμενα, μτφρ., σχόλια Δ. Υφαντής). Αθήνα: Ροές 2014, 261 σ., 20 €.



Κρίνει ο Παύλος Κόντος (Πανεπιστήμιο Πατρών)
pkontos@upatras.gr

 

Με τη μετάφραση του κειμένου του Μάρτιν Χάιντεγκερ Περί της ουσίωσης και της έννοιας της φύσης (Vom Wesen und Begriff der Φύσις, 1939· Ga9, σ. 238-301 [1]), ο Δημήτρης Υφαντής χαρίζει στο αναγνωστικό κοινό ένα ακόμα βιβλίο [2] που αποτυπώνει τη συνάντηση του Χάιντεγκερ με τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη· που αποτυπώνει, δηλαδή, τον πρωτότυπο και ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο ο πρώτος ερμήνευσε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη και βρήκε σε αυτήν τον κύριο (ανάμεσα σε άλλους) οδηγό του για τη θεμελίωση της δικής του –υπό διαμόρφωση ακόμα– φιλοσοφικής πρότασης. Η μετάφραση του Υφαντή είναι πλήρως αξιόπιστη, εξαιρετικά επεξεργασμένη και συνεπής και, αναμφισβήτητα, δείχνει συνείδηση των δυσκολιών του εγχειρήματος, των διαθέσιμων μεταφραστικών επιλογών και του τιμήματος της καθεμιάς από αυτές. Αλλά ας αφήσουμε, προς στιγμή,  την ελληνική μετάφραση και ας επιστρέψουμε στο ίδιο το έργο του Χάιντεγκερ.

Πιστεύεται ότι το ενδιαφέρον του Χάιντεγκερ στρέφεται προπάντων προς τους Προσωκρατικούς και όχι προς τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα· και, σε σχέση με τον Αριστοτέλη, ότι έμφαση δίδεται στην αριστοτελική ηθική. Και οι δύο παραπάνω πεποιθήσεις είναι λανθασμένες. Η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ από τα Μαθήματα του Φράιμπουργκ μέχρι και τα ύστερα μαθήματα του Μάρμπουργκ, αλλά και μετά το 1930, καθορίζεται από την ανάγνωση της θεωρίας που ο Αριστοτέλης αναπτύσσει στα Φυσικά. Το κείμενο Περί της ουσίωσης και της έννοιας της φύσης επεξηγεί γιατί:

Η αριστοτελική Φυσικὴ ἀκρόασις είναι το κρυφό και, ως εκ τούτου, ουδέποτε μέχρι τώρα επαρκώς μελετηθέν και κατανοηθέν βιβλίο αναφοράς της δυτικής φιλοσοφίας (Ga9, σ. 242/69).

Η προσπάθεια του Χάιντεγκερ να προσεγγίσει, να ερμηνεύσει και, τελικά, να ιδιοποιηθεί τις αριστοτελικές αναλύσεις περί φύσεως καταγράφεται σε μια σειρά σεμιναρίων και μαθημάτων [3].

Αυτό το οποίο, στην αυγή της δεκαετίας του 1920, έκανε τον Χάιντεγκερ να στραφεί στον Αριστοτέλη ήταν η αριστοτελική έννοια της κινήσεως. Διότι στην πρωταρχικότητα της κίνησης ο Χάιντεγκερ σκόπευε να θεμελιώσει την ίδια την “κινητικότητα” (Bewegtheit) της ανθρώπινης ύπαρξης, που συνιστούσε τον πυρήνα της δικής του “Φαινομενολογίας της γεγονότητας”. Γι’ αυτό και η χαϊντεγκεριανή ερμηνεία της αριστοτελικής “ανθρωπολογίας” –αν επιτρέπεται αυτός ο όρος–, όπως παρουσιάζεται στα Ηθικά Νικομάχεια, έχει ως βασική της ερμηνευτική αρχή ότι τα Ηθικά Νικομάχεια θα πρέπει να κατανοηθούν στη βάση των Φυσικών (Ga62, σ. 374-375). Η επιμονή στη σύνδεση μεταξύ κίνησης και ανθρώπινης ύπαρξης θα υποχωρήσει στη συνέχεια και, αργότερα, θα δώσει τη θέση της στον συσχετισμό ανάμεσα στην κίνηση, τη φύση και το Είναι. Τέτοια είναι αναμφίβολα η σκοποθεσία του κειμένου που έχουμε ανά χείρας και που φέρεται να γράφτηκε το 1939. Εδώ ο Χάιντεγκερ ερμηνεύει διεξοδικά το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Β των Φυσικών (Β1, 192b28-193b21) [4], προσπαθώντας να κατανοήσει πώς ο Αριστοτέλης –και μαζί με αυτόν η δυτική μεταφυσική εν γένει– ορίζει την φύσιν σε σχέση με την «ουσία» και την «κίνηση». Σε κάθε περίπτωση, αυτό που παραμένει σταθερό είναι το γεγονός ότι τα Φυσικά συνέχισαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τον Χάιντεγκερ. Θα έλεγε κανείς ότι όλες οι κύριες μεταβολές στη χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία αντιστοιχούν σε διαφορετικά προσανατολισμένες αναγνώσεις του Αριστοτέλη. (Αυτό, βέβαια, αφήνει ανοικτό το ερώτημα κατά πόσον οι διαφορετικές χαϊντεγκεριανές αναγνώσεις των Φυσικών, ή και των άλλων αριστοτελικών κειμένων, είναι ομοιογενείς.)

Η μετάφραση είναι όσο καλή μπορεί να είναι η μετάφραση αυτού του κειμένου. Όπως ομολογεί και ο μεταφραστής, η μετάφραση δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτοτελώς. Πράγματι, αν κανείς προσηλωθεί στη μετάφραση και μόνον, το κείμενο γίνεται ακατανόητο. Κάποιος ίσως βιαστεί να συμπεράνει ότι, συνεπώς, η μετάφραση είναι αποτυχημένη. Δεν είναι έτσι. Γιατί, απλούστατα, η μετάφραση αυτού του κειμένου δεν θα ήταν δυνατόν, εκ των πραγμάτων, να σταθεί μόνη της. Πρέπει να θεωρηθεί ένα ενιαίο κείμενο μαζί με τις υποσέλιδες επεξηγήσεις και τα εκτενή σχόλια στο τέλος του βιβλίου. Αν αξίζουν συγχαρητήρια στον Υφαντή για τη μετάφραση, διπλά συγχαρητήρια τού αξίζουν για την τέχνη του σχολιασμού: ο αναγνώστης βρίσκει μπροστά του, σαν δώρο, το σχόλιο όταν το χρειάζεται, όσο το χρειάζεται. Χωρίς να κουράζεται και να χάνει τον ειρμό του κειμένου αλλά και χωρίς να έχει την ψευδαίσθηση ότι τα έμαθε όλα. Ίσως να έχει κανείς αντιρρήσεις για επιμέρους αποδόσεις όρων. Πόσο μάλλον που η μεταφραστική δουλειά περιπλέκεται σε πολλαπλάσιο βαθμό λόγω της συνεχούς αναφοράς στο αριστοτελικό κείμενο: ο Χάιντεγκερ μεταφράζει τον Αριστοτέλη χρησιμοποιώντας όχι τους συνήθεις όρους αλλά δικούς του νεολογισμούς (επειδή οι πρώτοι, ήδη στη λατινική τους εκδοχή, είναι, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, προϊόν μιας στρέβλωσης ως προς το πνεύμα της αριστοτελικής φιλοσοφίας), και ο μεταφραστής καλείται να αποδώσει τους γερμανικούς όρους στα νέα ελληνικά, αλλά χωρίς οι επιλογές του να παραπέμπουν στην αριστοτελική ορολογία (την οποία ακριβώς ο Χάιντεγκερ θέλει να αποφύγει), αν και συχνά αυτή θα ήταν η καταλληλότερη ή και η μόνη! Κάποιες φορές, βέβαια, έχει κανείς την υποψία ότι ο μεταφραστής παρασύρεται σε ένα γλωσσοπλαστικό παιχνίδι: π.χ., «αοντοψία» (=τυφλότητα στο Είναι, ανικανότητα να δει κανείς το Είναι) δεν σημαίνει τίποτα στα νέα ελληνικά. Προφανώς, και το γερμανικό «Seinsblinde» νεολογισμός είναι (Ga9, σ. 264/103). Θα μπορούσε, όμως, αυτός ο όρος να αποδοθεί περιφραστικά: «τυφλοί στο Είναι». Το πρόβλημα εντείνεται όταν, σε λίγο, ο αναγνώστης θα συναντήσει το «αν-ουσιωσι-οψία» ως απόδοση του «Wesensblindheit», δηλαδή,  τυφλότητα στην ουσίωση (Ga9, σ. 271/113). Ωστόσο, και πάλι, είναι πιθανό ο αναγνώστης απλώς να επικροτήσει την ευρηματικότητα του μεταφραστή, ο οποίος πάντα σπεύδει να του εξηγήσει πώς θα πρέπει να διαβάσει τους τεχνικούς/τεχνητούς όρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές, στην απόγνωσή του, ο μεταφραστής απολογείται λέγοντας ότι όλες οι άλλες μεταφράσεις του κειμένου (στις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες) έχουν προτείνει παρόμοιες ή, συνήθως, πιο ακατάλληλες λύσεις.

Μικρά λάθη, αναπόφευκτα, υπάρχουν (ίσως, αν μεταφραστής και επιμελητής της σειράς δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο, κάποια να είχαν επισημανθεί). Π.χ., στη σ. 98 της μετάφρασης (Ga9, σ. 260), στο αρχαίο κείμενο προστίθεται ένα κόμμα το οποίο εμπεριέχει η έκδοση του Ross (Οξφόρδη 1950) αλλά απουσιάζει από το κείμενο του Χάιντεγκερ (ὑποκείμενον γὰρ τι, καὶ ἐν ὑποκειμένῳ ἐστὶ ἡ φύσις ἀεὶ): η απουσία του δικαιολογεί την απόδοση του Χάιντεγκερ και τη σωστή μετάφραση του Υφαντή, αλλά η λάθος αντιστοίχιση μετάφρασης και αρχαίου κειμένου στην ελληνική έκδοση αφήνει τον αναγνώστη σε απορία. To «επιτήδειος επιχειρηματίας» ίσως αποδίδει το «Geschäftsman» αλλά όχι και το «Routinier» το οποίο έχει μάλλον παραλειφθεί (όλα σε εισαγωγικά ήδη στο πρωτότυπο· Ga9, σ. 292/146). Και είναι σίγουρα λάθος να δηλώνονται τα κεφάλαια των Βιβλίων των αριστοτελικών έργων με μικρά γράμματα (π.χ., α’ για το Γ1), όπως στη σ. 156 και αλλού. Το σχόλιο 25 μαρτυρεί ελλιπή ενημέρωση για τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του Χάιντεγκερ. Το σχόλιο 37, αναφορικά με τη σχέση τέχνης και επιστήμης στο Α1 των Μετά τα φυσικά, είναι παραπλανητικό, στο μέτρο που τις αντιθέτει πλήρως μεταξύ τους. Το σχόλιο 39 φαίνεται να υποτιμά τη σημασία που έχει η προαίρεση στην τέχνη. Το σχόλιο 45 θα απαιτούσε, δίχως άλλο, μια πιο κριτική διάθεση απέναντι στον Χάιντεγκερ και κάποια παραπομπή στον Χούσσερλ. Στο σχόλιο 57 ο Αντιφών γίνεται, εκ παραδρομής, Αντισθένης. Το σχόλιο 67 δυσκολεύει χωρίς λόγο τον αναγνώστη, αφού η επισήμανση του Χάιντεγγερ σχετικά με το νόημα της φράσης τέχνη λέγεται τὸ κατὰ τὴν τέχνην καὶ τὸ τεχνικόν (193a31-32) απλώς τονίζει ότι ενίοτε «τέχνη» ονομάζουμε και το τέλειο προϊόν της τέχνης, αυτό που παράγεται με βάση την πλήρη γνώση και εφαρμογή των αρχών της. Υπάρχουν τέτοιες δευτερεύουσες αβλεψίες αλλά είναι, πιστεύω, ανώδυνες. Η μετάφραση είναι σχετικά αρχαιοπρεπής και αυτό ίσως ενοχλήσει ορισμένους. Άλλους, πάλι, ίσως τους τέρψει.

Το κείμενο είναι περίπλοκο και εξουθενωτικό ακόμα και για όσους έχουν μια κάποια εξοικείωση με το έργο του Χάιντεγκερ. Γιατί να το διαβάσει κανείς; Προφανώς, οφείλει να το διαβάσει όποιος, φοιτητής ή ερευνητής, επιθυμεί να εξειδικευθεί στη χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία. Αυτός θα κατανοήσει πώς η φιλοσοφία του Χάιντεγγερ διαμορφώθηκε, ήδη στην αρχή της, στην αντιπαράθεσή της προς την ιστορία της φιλοσοφίας και, ειδικότερα, προς τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Άλλωστε, θα ήταν αδύνατον –και αντίθετο στο πνεύμα του ίδιου του Χάιντεγκερ– να εννοηθεί η φιλοσοφία ερήμην της ιστορίας της (ή στη βάση μιας επιφανειακής γνώσης της ιστορίας της), όπως το επιδιώκει κάποιες φορές η “πραγματιστική” τάση των σύγχρονων Χαϊντεγκεριανών. Αυτός ο φοιτητής ή ο ερευνητής είναι τυχερός που έχει στη διάθεσή του μια τόσο φιλική για τον αναγνώστη έκδοση που χωρίζει το ενιαίο χαϊντεγκεριανό κείμενο σε παραγράφους (συνήθης πλέον πρακτική) και συνοδεύεται από εξαιρετικά σχόλια, εν είδει βιβλίου-οδηγού ανάγνωσης (reader). Το αγγλικό και το γαλλικό αναγνωστικό κοινό δεν έχουν, από όσο γνωρίζω, αυτή την πολυτέλεια.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οφείλει να διαβάσει το κείμενο του Χάιντεγκερ κι εκείνος που θέλει να μελετήσει διεξοδικά τα Φυσικά του Αριστοτέλη. Και η απάντηση είναι καταφατική. Διότι ο Χάιντεγκερ προσφέρει μια εξαντλητική ανάγνωση του Β1 των Φυσικών που μπορεί να εμπνεύσει πρωτότυπες ερμηνείες για τη ροή και τη διάρθρωση του αριστοτελικού επιχειρήματος. Προπάντων, επισημαίνει τις πολλές λανθασμένες ταυτίσεις και αναλογίες που αβασάνιστα υιοθετούμε ανάμεσα στις αριστοτελικές έννοιες και τις νεότερες και σύγχρονες αντιστοιχίσεις τους. Επιτρέψτε μου πέντε νύξεις προς αυτή την κατεύθυνση: 1. Είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι για να δείξουμε πως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η φύσις δεν πρέπει να ταυτισθεί με κάτι παγιωμένο και ολοκληρωμένο αλλά συνιστά «αρχή κίνησης», θα πρέπει να κατανοήσουμε την «ουσία» (στο μέτρο που η φύσις συνιστά «ουσία») ως «ουσίωση». Αυτό υπονοεί ο Χάιντεγκερ με τη ρηματική κατανόηση του ουσιαστικού Wesen: «ουσία» είναι αυτό που διατηρείται ενεργό. Και τότε γίνεται ευκολότερη η διάκριση των αριστοτελικών εννοιών φύσις, φύσει ὄντα, κατὰ φύσιν, που ακόμα ταλανίζει τους μελετητές. 2. Είναι καίρια η επισήμανση ότι δεν θα πρέπει να κατανοούμε την αριστοτελική αἰτίαν με όρους «αιτιότητας» ή «υπαιτιότητας» (Ga9, σ. 245-246/75-76), όπως αυτοί σηματοδοτούνται από τη νεότερη φυσική. Και τότε γίνεται ευκολότερο να δούμε τι συνιστά μηχανοκρατία και τι τελεολογία στο αριστοτελικό σύστημα. 3. Καίρια είναι επίσης η προειδοποίηση ότι τα κατεξοχήν αριστοτελικά φύσει ὄντα, τα ζώα, δεν θα πρέπει να κατανοούνται με βάση τη σύγχρονη έννοια του «οργανισμού», τουλάχιστον στο μέτρο που η τελευταία εμπεριέχει μέσα της την ιδέα της «αυτο-ποίησης» (Ga9, σ. 255/90). 4. Ενδιαφέρουσα και, κατά τη γνώμη μου, ορθή είναι η ερμηνεία του Χάιντεγκερ για το ποιον ισχυρισμό αποδίδει ο Αριστοτέλης στον Αντιφώντα (Ga9, σ. 265 κ.ε./104 κ.ε.). Και τότε γίνεται ίσως ευκολότερο να αποκωδικοποιήσει κανείς την αμφισημία του σχετικού αριστοτελικού χωρίου. 5. Εύστοχη είναι και η παρατήρηση ότι το επιχείρημα του Αριστοτέλη στο Β1 των Φυσικών χωρίζεται σε τέσσερα και όχι σε τρία μέρη (όπως συνήθως θεωρείται), διότι η τελική αναφορά στην στέρησιν είναι εκείνη που δείχνει (ήδη εδώ, και όχι σε επόμενες ενότητες του αριστοτελικού κειμένου) πώς θα πρέπει να νοήσουμε εδώ την «ύλη» ως μία από τις δύο σημασίες της φύσεως (Ga9, σ. 294 κ.ε./149 κ.ε.). Περαιτέρω παρουσίαση της χαϊντεγκεριανής ερμηνείας σε διάλογο με τις σύγχρονες προσεγγίσεις του Β1 των Φυσικών υπερβαίνει, βέβαια, κατά πολύ τα όρια της παρούσας βιβλιοκριτικής.

Εν κατακλείδι, η σχολιασμένη μετάφραση του Υφαντή προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαβάσει κανείς αυτό το δυσνόητο και δυσπρόσιτο έργο του Χάιντεγκερ που θεματοποιεί ένα από τα πιο συνταρακτικά και θεμελιώδη κείμενα της ιστορίας της φιλοσοφίας, το Β1 των Φυσικών του Αριστοτέλη. Ο αναγνώστης θα αποζημιωθεί πλήρως για τον κόπο του.


Σημειώσεις:
[1] Η συντομογραφία ‘Ga’ μαζί με τον αριθμό που την συνοδεύει δηλώνει τον αριθμό του τόμου στα “Άπαντα” (Gesamtausgabe) του Χάιντεγκερ (Frankfurt a.M.: V. Klostermann 1975 κ.ε.). Η αναφορά γίνεται στις σελίδες του γερμανικού πρωτοτύπου, ενώ μετά την κάθετο ακολουθεί η παραπομπή στην ελληνική μετάφραση.
[2] Το προηγούμενο ήταν: Martin Heidegger, Η έννοια του χρόνου (Αθήνα: Ροές 2009).
[3] Επισημαίνονται παρακάτω τα επιμέρους χωρία όπου ο Χάιντεγκερ εστιάζει στα Φυσικά: Phänomenologische Interpretationen ausgewählter Abhandlungen des Aristoteles zur Ontologie und Logik (1922· επιμ. G. Neumann), Ga62, σ. 121-261· εδώ έχει ενσωματωθεί και το επονομαζόμενο «Natorp’s Bericht» (Ga62, σ. 374-375, 391-399). Grundbegriffe der Aristotelischen Philosophie (1924· επιμ. M. Michalski), Ga18, σ. 283-329. Platon: Sophistes (1924/25· επιμ. I. Schüßler), Ga19, σ. 86-90, 100-120. Die Grundprobleme der Phänomenologie (1927· επιμ. F.W. von Herrmann), Ga24, σ. 324-361. Platon – Aristoteles – Augustinus (1928-1952· επιμ. M. Michalski), Ga83, σ. 3-22, 175-182, 198-264.
[4] Βλ. Αριστοτέλης, Περί φύσεως (εισαγωγή, μτφρ., σχόλια Β. Κάλφας· Αθήνα: Πόλις 1999).



Δημοσιεύθηκε: 7.3.2015

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Κόντος, Παύλος: (Βιβλιοκρισία του:) Martin Heidegger: Περί της ουσίωσης και της έννοιας της φύσης (προλεγόμενα, μτφρ., σχόλια Δ. Υφαντής· Αθήνα: Ροές 2014). Κριτικά 2015-01, <http://www.philosophica.gr/critica/2015-01.html>.



ISSN 1791-776X