Pdf

2015-03

Πλάτων: Χαρμίδης (I)

Πλάτων: Χαρμίδης (εισαγωγή, μτφρ., σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος). Αθήνα: Εκκρεμές 2014, 128 σ., 14 €.



Κρίνει ο Παύλος Καλλιγάς (Πανεπιστήμιο Αθηνών)
pkalligas@phs.uoa.gr  

Έως και σχετικά πρόσφατα στη χώρα μας, η δουλειά του μεταφραστή, ιδιαίτερα έργων από τον χώρο της φιλοσοφίας, αντιμετωπιζόταν συνήθως με συγκατάβαση, αν όχι και με κάποια περιφρόνηση. Το αποτέλεσμα είναι να διαθέτουμε σήμερα πολύ λιγότερες αξιόπιστες μεταφράσεις τέτοιων έργων απ’ όσες μας είναι απαραίτητες, ενώ ακόμη και θεμελιώδη κείμενα τόσο της αρχαίας ελληνικής όσο και της νεότερης παγκόσμιας φιλοσοφικής γραμματείας παραμένουν δυσπρόσιτα στο ευρύ κοινό. Έτσι η επίμονη και μακρόχρονη προσφορά του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου σε αυτόν τον τομέα, πέρα από το θάρρος και τη σεμνότητα που φανερώνει, παίρνει διαστάσεις εθνικής προσφοράς. Με τις πασίγνωστες μεταφορές στα νέα Ελληνικά των περισσότερων από τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους που μας έχει δώσει, αλλά και της Πολιτείας σε μια έκδοση που διαδόθηκε και διαβάστηκε όσο κανένα άλλο έργο της αρχαίας φιλοσοφικής γραμματείας κατά τα τελευταία χρόνια, καθώς και με την πολύτιμη και εμπεριστατωμένη, τόσο επίκαιρη άλλωστε, απόδοση της ιστορικής συγγραφής του Θουκυδίδη, ή και με τις επιμελημένες μεταφράσεις ενός πλήθους έργων από τη γερμανική, κυρίως, φιλοσοφική γραμματεία των νεότερων χρόνων, ο Σκουτερόπουλος έχει διαμορφώσει ένα πρότυπο εργασίας σε αυτόν τον τομέα που καθοδηγεί, και θα εμπνέει για πολύ καιρό ακόμα, όσους από εμάς αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα τού να καταστούν τα έργα αυτά αντικείμενα όχι προγονόπληκτου ή ιδεολογικού φετιχισμού, αλλά δημιουργικής και κριτικής ενασχόλησης μαζί τους, ως εργαλεία σκέψης και γόνιμου προβληματισμού. Το πλούσιο, και ταυτόχρονα προσεκτικά ζυγισμένο λεξιλόγιο που μεταχειρίζεται, το φροντισμένο δούλεμα της κάθε φράσης έτσι ώστε να αποδίδει όχι μόνο το νόημα, αλλά και την “ατμόσφαιρα” και τη λειτουργία της μέσα στα συμφραζόμενα που την περιβάλλουν, η διακριτική προσήλωσή του στην ανάδειξη όσο το δυνατόν περισσότερων από τις συνδηλώσεις του πρωτοτύπου, δίχως όμως να παρεμβαίνει υπερερμηνευτικά ή να αλλοιώνει την κατεύθυνση της σκέψης του συγγραφέα, επιχειρώντας τάχα να τον “προσγειώσει” στα καθ’ ημάς, αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μετρημένου και ταυτόχρονα διεισδυτικού μεταφραστικού ήθους του Σκουτερόπουλου, που μας επιτρέπει όχι μόνο να κατανοούμε, αλλά και να απολαμβάνουμε τα ενίοτε δύσβατα και απαιτητικά αυτά κείμενα σαν να ήταν γραμμένα στη δική μας γλώσσα.

Η τελευταία του δουλειά πάνω στον πλατωνικό Χαρμίδη συνιστά το απόσταγμα και ενδεχομένως το αποκορύφωμα της μεταφραστικής του τεχνικής, σε ένα έργο αυτή τη φορά περιορισμένης έκτασης, που ωστόσο παρουσιάζει ιδιαίτερες προκλήσεις για τον μεταφραστή. Πρόκειται για έναν διάλογο που συνήθως κατατάσσεται από τους ειδικούς σε μια ιδιαίτερη κατηγορία έργων του Πλάτωνα, τους λεγόμενους «μεταβατικούς» διαλόγους. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται ακόμη, ενδεικτικά, ο Ευθύδημος, ο Λύσις και ενδεχομένως ο Πρωταγόρας και ο Μένων, και θα πρέπει να γράφτηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά το πρώτο ταξίδι του στη Σικελία, το 387 π.Χ. Πρόκειται για έργα που, ενώ έχουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πρώιμων «σωκρατικών» διαλόγων, μοιάζουν ωστόσο να προετοιμάζουν τα μεγάλα επιτεύγματα της «ώριμης» μεσαίας περιόδου του συγγραφέα τους, όπως είναι το Συμπόσιο, ο Φαίδων, η Πολιτεία και ο Φαίδρος, τα οποία θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύουν την κορύφωση τόσο της δραματουργικής τεχνικής του όσο και της προσωπικής του φιλοσοφικής συνεισφοράς, καθώς εισάγουν τις καινοτόμες και επαναστατικές θεωρίες του για την αθανασία της ψυχής και την αυθυπαρξία του λεγόμενου κόσμου των νοητών ιδεών. Επί πλέον, ο Χαρμίδης είναι, όπως φαίνεται, ο πρώτος που έχει γραφτεί με την τεχνική του αφηγηματικού διαλόγου, μια τεχνική που μεταχειρίζεται αργότερα ο Πλάτων και στην Πολιτεία, όπου το σύνολο του έργου παρουσιάζεται ως αφήγηση εκ μέρους του Σωκράτη απευθυνόμενη προς κάποιον μη κατονομαζόμενο ακροατή, στου οποίου τη θέση υπεισέρχεται, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, ο αναγνώστης. Με αυτόν τον τρόπο, παρέχεται η δυνατότητα στον αφηγητή να περιγράψει με λεπτομέρειες το πλαίσιο διεξαγωγής του διαλόγου, αλλά και τις προσωπικές του εντυπώσεις και αντιδράσεις, καθώς και την ψυχική του ανταπόκριση σε όσα διαδραματίζονται, με αποκορύφωμα την περίφημη σκηνή της εισόδου του νεαρού Χαρμίδη στο αποδυτήριο της παλαίστρας του Ταυρέα, οπότε και να αποτυπώνεται με ασυνήθιστη αμεσότητα η ταραχή που προκαλεί η ομορφιά του σώματος του νέου στον πάντα ευαίσθητο περί τα ερωτικά Σωκράτη.

Ήρθε λοιπόν και έγινε γέλιο πολύ· γιατί καθένας από εμάς που καθόμασταν έσπρωχνε με δύναμη τον πλαϊνό του για να καθήσει δίπλα του ο Χαρμίδης, ώσπου τελικά από τους δύο ακριανούς που καθόντουσαν στον πάγκο τον ένα τον σηκώσαμε και τον άλλο τον ρίξαμε κάτω. Εκείνος ήρθε και κάθησε ανάμεσα στον Κριτία και σ’ εμένα. Εδώ όμως εγώ άρχιζα ήδη να τα χάνω, και το υπερβολικό θάρρος που είχα προηγουμένως πως θα μιλούσα πολύ άνετα μαζί του μου έφυγε· κι όταν έπειτα εκείνος με κοίταξε στο πρόσωπο και κάπως αμήχανα πήγαινε να ρωτήσει κάτι, τότε είδα τα μέσα από το ιμάτιό του και άναψα και πια τα έχασα εντελώς και σκέφτηκα πως σοφότατος στα ερωτικά είναι ο Κυδίας, ο οποίος αναφερόμενος σε έναν ωραίο νέο συμβούλεψε κάποιον «να προσέξει μπροστά στο λιοντάρι μήπως σαν ελαφάκι απέναντί του διαλέξει μόνος του το θάνατο». Γιατί εγώ τότε είχα την εντύπωση πως ένα τέτοιο θηρίο με είχε αρπάξει. (155b-e)

Ο Σωκράτης, βέβαια, βρίσκει γρήγορα ξανά την αυτοκυριαρχία του και με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας εισάγει, με έξοχη δραματουργική μαεστρία, πριν ακόμη ξεκινήσει η συζήτηση, το βασικό θέμα της που είναι η εξέταση της φύσης της σωφροσύνης. Ο Σωκράτης λειτουργεί, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ως ζωντανό πρότυπο σώφρονος συμπεριφοράς, αλλά και ταυτόχρονα όπως ο εξάγγελος στο αρχαίο δράμα, που αφηγείται τα περιστατικά μέσα από μια προσωπική, και συναισθηματικά έντονα φορτισμένη οπτική. Όμως εδώ η δραματικότητα των περιστάσεων υπονοείται μάλλον παρά εξαγγέλλεται, καθώς οι απαιτούμενοι συνειρμοί αφήνονται να σχηματιστούν σιγά-σιγά στη συνείδηση του αναγνώστη.

Ο χρόνος διεξαγωγής του διαλόγου τοποθετείται ευθύς εξαρχής με ακρίβεια αμέσως μετά τη μάχη της Ποτείδαιας το 432 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήταν περίπου σαράντα χρονών και ο Πλάτων δεν είχε ακόμη γεννηθεί, σε μια εποχή λίγο πριν από το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου που επρόκειτο να φέρει τόσα δεινά στην πόλη των Αθηνών, ώς την τελική ήττα και την καταστροφή της τριάντα σχεδόν χρόνια αργότερα. Οι δύο βασικοί συνομιλητές του Σωκράτη, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας, ήταν στενοί συγγενείς του ίδιου του Πλάτωνα και αντιπροσωπεύουν τη «χρυσή γενιά» της πιο λαμπρής περιόδου της αθηναϊκής δημοκρατίας: με έξοχη καταγωγή, εξαιρετικά σωματικά και ψυχικά χαρίσματα, αλλά και υψηλή καλλιέργεια, μοιάζουν να ενσαρκώνουν, στη φάση αυτή της ζωής τους, όλες τις προσδοκίες της πόλης για ένα λαμπρό και πετυχημένο μέλλον τόσο για αυτούς τους ίδιους όσο και για τους συμπολίτες τους. Όμως, κατά την περίοδο που γράφτηκε ο διάλογος, ήταν ήδη οδυνηρά γνωστό πως όλες αυτές οι προσδοκίες και οι ελπίδες είχαν διαψευσθεί οικτρά μέσα στη δίνη των συνεπειών του πολέμου, όταν τα δυο αυτά πρόσωπα πρωταγωνίστησαν σε μια από τις πιο μαύρες σελίδες της αθηναϊκής ιστορίας, ως βασικοί συντελεστές του πραξικοπήματος των Τριάκοντα τυράννων, γεγονός που τελικά τους οδήγησε σε έναν τραγικό και εξευτελιστικό θάνατο στα χέρια των δημοκρατικών συμπολιτών τους, όπως άλλωστε συνέβη, λίγο αργότερα, και με τον ίδιο τον Σωκράτη. Η τραγικότητα της σκοτεινής αυτής προοπτικής διατρέχει, θαρρώ, αντιστικτικά ολόκληρο τον διάλογο και του προσδίδει τον χαρακτήρα ενός πραγματικού δράματος ματαιωμένων προσδοκιών.

Αυτή η αίσθηση των ματαιωμένων προσδοκιών μάς παρέχει, κατά τη γνώμη μου, και το κλειδί για την κατανόηση του φιλοσοφικού του περιεχομένου, διότι σε πολλά σημεία του ο διάλογος μοιάζει σαν εξιστόρηση μιας σειράς από χαμένες λαμπρές ευκαιρίες. Το βλέπουμε αυτό, πρώτα από όλα, στην εικονογράφηση του χαρακτήρα των συνομιλητών του Σωκράτη: ο Χαρμίδης εμφανίζεται ως ένας ευφυής, καλοαναθρεμμένος, με τα μέτρα της εποχής, σεμνός και ως εκ τούτου πολλά υποσχόμενος νέος, με υψηλό βαθμό αυτοελέγχου και κόσμιας συμπεριφοράς παρά τον γενικό θαυμασμό που προκαλεί με το παρουσιαστικό του. Αλλά και ο πρεσβύτερος εξάδελφός του, ο Κριτίας, που, όπως αναφέρεται, είχε αναλάβει την ανατροφή και την εκπαίδευσή του, είναι ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος νεαρός Αθηναίος αριστοκράτης, με ξεχωριστά πνευματικά χαρίσματα και τη δυνατότητα να συνεισφέρει στη συζήτησή του με τον Σωκράτη μερικές ιδιαίτερα αξιόλογες και ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά και να κρίνει τη φιλοσοφική μεθοδολογία του συνομιλητή του με οξυδέρκεια και αποτελεσματικότητα. Ο τυραννικός και βίαιος χαρακτήρας του βρίσκεται ακόμη υπό έλεγχο, μολονότι αφήνεται να διαφανεί κάπως προς το τέλος του έργου, όταν ο Χαρμίδης, μεταξύ σοβαρού και αστείου, παρουσιάζεται να υποκύπτει στα κελεύσματά του που τον καλούν να υποχρεώσει με τη βία τον Σωκράτη να αναλάβει την εκπαίδευσή του (176cd).

Παρατηρούμε ότι, ήδη κατά την αρχική φάση της συζήτησης με τον Χαρμίδη, ο νεαρός, όταν αντιμετωπίζει τις πρώτες δυσκολίες στο να δώσει έναν ικανοποιητικό ορισμό της σωφροσύνης, επικαλείται κάτι που είχε ακούσει, προφανώς από τον Κριτία, λέγοντας ότι «η σωφροσύνη είναι το να ασχολείται κανείς και να πράττει όσα τον αφορούν» (τὸ τὰ ἑαυτοῦ πράττειν, 161b). Ο αξιοπρόσεκτος αυτός ορισμός θυμίζει βέβαια έντονα τον περίφημο ορισμό της δικαιοσύνης ως οἰκειοπραγίας που δίνεται αργότερα στην Πολιτεία, όμως εδώ ο Σωκράτης, κάπως απροσδόκητα, τον οδηγεί σε άτοπο, ερμηνεύοντας το «να κάνει κανείς τα δικά του πράγματα» με εξαιρετικά στενή σημασία, ως ένα είδος εγωισμού, έτσι ώστε να μοιάζει ότι συνεπάγεται πως ο κάθε τεχνίτης, για παράδειγμα, θα πρέπει να φτιάχνει μόνο τα αντικείμενα εκείνα που χρησιμοποιεί ο ίδιος, αποκλείοντας έτσι τον καταμερισμό της εργασίας και, κατά συνέπεια, αναιρώντας τη βάση της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων. Ο νεαρός Χαρμίδης, αλλά και ο ίδιος ο Κριτίας, δείχνουν ανήμποροι να παρακάμψουν την παραπλανητική, ως ένα σημείο, επιχειρηματολογία του Σωκράτη, και έτσι χάνεται μια ευκαιρία για την κατανόηση του πραγματικού ρόλου της οἰκειοπραγίας στη διαμόρφωση της πολιτικής αρετής, αλλά και στην εύρυθμη λειτουργία ενός πολιτεύματος, όπως θα γίνει αργότερα στην Πολιτεία.

Λίγο πιο κάτω, ο Κριτίας καταθέτει μιαν ιδιαίτερα ευφάνταστη και κάπως ανορθόδοξη ερμηνεία του δελφικού παραγγέλματος «Γνῶθι σαυτόν», εκλαμβάνοντάς το ως παραίνεση προς τους ανθρώπους να γίνουν σώφρονες μέσω της αυτογνωσίας. Η καινοτομία του Κριτία έγκειται στο ότι αντιλαμβάνεται την αυτογνωσία αυτή ως μια μορφή γνώσης όπου τούτη έχει ως αντικείμενό της τον ίδιο της τον εαυτό, ότι δηλαδή συνιστά γνώση του εαυτού της (ἐπιστήμην αὐτὴν ἑαυτῆς, 166c), δηλαδή ως ένα είδος δευτεροβάθμιας γνώσης που ελέγχει αναστοχαστικά τη γνωσιακή κατάσταση ενός υποκειμένου. Η άποψη αυτή παίρνει μια περισσότερο σωκρατική χροιά όταν στη συνέχεια, με την υπόδειξη του Σωκράτη, διευρύνεται έτσι ώστε να συμπεριλάβει τη γνώση και του αντιθέτου της, δηλαδή της άγνοιας. Έτσι καταλήγει στο να προσεγγίζει αρκετά προς τη σωκρατική επιδίωξη, όπως αυτή διατυπώνεται στην Απολογία και σε άλλους πρώιμους διαλόγους, της επίγνωσης τού τι κανείς γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει, που άλλωστε, όπως είναι γνωστό, είχε αποτελέσει το κριτήριο με βάση το οποίο το μαντείο των Δελφών είχε αποφανθεί ότι ο Σωκράτης είναι ο σοφότερος απ’ όλους τους συγχρόνους του. Και αυτή, όμως, η φαινομενικά ευοίωνη απόπειρα θεώρησης της σωφροσύνης ως αυτογνωσίας ματαιώνεται στην πορεία του διαλόγου, επειδή διαπιστώνεται ότι δεν επαρκεί από μόνη της ώστε να εξασφαλίσει την ενάρετη συμπεριφορά. Προβάλλεται η ένσταση ότι ένας απατεώνας, λ.χ., θα μπορούσε να έχει επίγνωση της άγνοιάς του σε κάποιον τομέα, και ωστόσο να την συγκαλύπτει με τρόπο τόσο επιδέξιο, ώστε να εξαπατά όποιον δεν γνωρίζει το συγκεκριμένο θέμα για το οποίο πρόκειται, κάτι που φυσικά απάδει προς τη σώφρονα συμπεριφορά. Ο σωκρατικός εξεταστικός βίος έρχεται έτσι αντιμέτωπος με δύο καίρια προβλήματα: (α) Πώς μπορεί κανείς να γνωρίζει τι είναι αυτό που αγνοεί; Και (β) πώς μπορεί να ελέγξει αν κάποιος άλλος κατέχει ή όχι γνώση αυτού που αυτός ο ίδιος αγνοεί; Αν η φιλοσοφία συνιστά κάποιας μορφής δευτεροβάθμια γνώση της γνωσιακής κατάστασης του ίδιου του υποκειμένου της, κάτι τέτοιο φαίνεται ανώφελο για κάποιον που, όπως ο Σωκράτης, ισχυρίζεται εξαρχής ότι στερείται εντελώς κάθε είδους πρωτοβάθμιας γνώσης. Και επομένως η φιλοσοφική έρευνα μοιάζει να καθίσταται, υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ατελέσφορη. Αυτό το αδιέξοδο θυμίζει κάπως το γνωστό παράδοξο που προβάλλει ο συνομιλητής του Σωκράτη σε έναν άλλο διάλογο, το περίφημο διλημματικό απόρημα του Μένωνα. Σύμφωνα με αυτό, κανείς δεν μπορεί να ερευνήσει ούτε όσα γνωρίζει –αφού αυτά τα γνωρίζει ήδη– ούτε όσα δεν γνωρίζει –αφού δεν ξέρει καθόλου τι είναι αυτό που ζητά να μάθει. Για να ξεπεράσει αυτό το δίλημμα, ο Σωκράτης θα χρειαστεί να επιστρατεύσει εκεί την πλατωνική θεωρία της ανάμνησης, που είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής.

Στον Χαρμίδη, όμως, αυτό το ενδεχόμενο δεν εξετάζεται, και έτσι η συνάρτηση της σωφροσύνης με την αυτογνωσία φαίνεται να υπονομεύεται αποφασιστικά. Πάντως πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Κριτίας βρίσκει σε αυτό το πλαίσιο την ευκαιρία να υποδείξει ορισμένες σημαντικές αδυναμίες στη μεθοδολογία που ακολουθεί ο Σωκράτης προκειμένου να εξαγάγει γενικά συμπεράσματα από επιμέρους περιπτώσεις εφαρμόζοντας αυτό που συχνά ονομάζεται «σωκρατική επαγωγή» (165e). Ο Σωκράτης εμφανίζεται ανήμπορος να απαντήσει επαρκώς στις ενστάσεις του Κριτία, και προτιμάει να αλλάξει θέμα, αλλά και μέθοδο έρευνας, προχωρώντας σε μια καθαρώς εννοιολογική ανάλυση όσον αφορά τη λογική συμπεριφορά των σχέσεων. Αυτό αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι απομακρυνόμαστε πια από το καθαρώς σωκρατικό πεδίο έρευνας προς μια περιοχή που προσεγγίζει περισσότερο προς τη μεθοδολογία των μαθηματικών επιστημών.

Ωστόσο, λίγο πριν από το τέλος του διαλόγου, επέρχεται μια ακόμη ματαίωση των προοπτικών που προσφέρει η αυτογνωσία, η οποία είναι συνάμα πιο αινιγματική αλλά και περισσότερο αποκαλυπτική απ’ όσο οι προηγούμενες. Ο Σωκράτης εγκαταλείπει τη συνηθισμένη του τακτική των ερωταποκρίσεων και αφηγείται, με τη προκάλυψη της περιγραφής ενός ονείρου του, την πραγματοποίηση του οράματός του για μια κοινωνία όπου θα κυριαρχεί η σωφροσύνη ως η μορφή εκείνη γνώσης που επιτρέπει να ελεγχθεί το αν κανείς είναι πράγματι κάτοχος γνώσης ή όχι. Όπως λέει, σε μια τέτοια κοινωνία,

Θα συνέβαινε όλα να πράττονται σύμφωνα με τη γνώση και ούτε κανείς λέγοντας ότι είναι πλοηγός, ενώ δεν είναι, θα μας εξαπατούσε, ούτε γιατρός, ούτε στρατηγός, ούτε άλλος κανένας προσποιούμενος ότι ξέρει κάτι ενώ δεν το ξέρει θα ξέφευγε. Και εάν τα πράγματα ήταν έτσι, τι άλλο θα μπορούσε να μας συμβαίνει παρά να είμαστε πιο υγιείς απ’ ό,τι τώρα, και κινδυνεύοντας στη θάλασσα και στον πόλεμο να σωζόμαστε, και τα εργαλεία και τα ρούχα μας και τα υποδήματά μας και τα πράγματά μας, όλα, να είναι άριστης κατασκευής, επειδή θα χρησιμοποιούσαμε αληθινούς τεχνίτες; […] Έτσι συγκροτημένο, το ανθρώπινο γένος τωόντι θα έπραττε και θα ζούσε σύμφωνα με όσα λέει η γνώση –γιατί άγρυπνος φρουρός η σωφροσύνη δεν θα ανεχόταν να ανακατευτεί η άγνοια στις δουλειές μας. (173a-d)

Σπεύδει όμως να συμπληρώσει αινιγματικά: «Ότι όμως πράττοντας σύμφωνα με τη γνώση θα πράτταμε σωστά και θα ευτυχούσαμε, αυτό, αγαπητέ Κριτία, δεν είμαστε σε θέση να το ξέρουμε.»

Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα εδώ; Γιατί μια κοινωνία όπου όλα θα γίνονται στην  εντέλεια από τους καλύτερους ειδικούς γνώστες για το κάθε έργο, μια κοινωνία που, όπως θέλουμε να πιστεύουμε και για τη δική μας σήμερα, θα βρίσκεται στα χέρια των πληρέστερων κατόχων κάθε είδους τεχνικής γνώσης, δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι και ευτυχής; Όπως εξηγεί ο Σωκράτης, είναι επειδή το να ζει κανείς σύμφωνα με την τεχνική μόνο γνώση δεν αρκεί για την κατάκτηση της ευτυχίας. Διότι προς τούτο απαιτείται κάτι ακόμα: η γνώση που αφορά το τι είναι καλό και τι κακό, και που έτσι εξασφαλίζει την ωφελιμότητα της κατοχής όλων των άλλων γνώσεων. Έτσι λοιπόν η εξέταση για τη φύση και την ωφελιμότητα της σωφροσύνης μάς οδηγεί τελικά στην προοπτική της αναζήτησης της φύσης του ίδιου του αγαθού, η γνώση του οποίου υπερβαίνει τόσο αυτήν όσο και κάθε άλλη μορφή γνώσης.

Με αυτόν τον τρόπο, η κατεξοχήν σωκρατική γνώση, η επίγνωση της άγνοιας, που είναι η μόνη μορφή γνώσης που μπορούσε να εξασφαλίσει ο σωκρατικός έλεγχος, φανερώνεται ως επιθυμητή μεν, αλλά ανεπαρκής για τη κατάκτηση της ευτυχίας. Διότι για την τελευταία αυτή απαιτείται και μια άλλου τύπου γνώση, η γνώση του αγαθού, η οποία, όπως αφήνεται να υπονοηθεί, απαιτεί τη συνδρομή και όλων των άλλων αρετών, κατά τρόπο που να οδηγεί στη σύλληψη της υπερβατικής ιδέας του αγαθού, που η τελική αποκάλυψή της όμως πραγματοποιείται μόνο στα κεντρικά βιβλία της Πολιτείας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Πλάτων δείχνει έτοιμος να εγκαταλείψει τον κόσμο της σωκρατικής αντιλογίας και να ξανοιχτεί στον δρόμο που οδηγεί στη δική του μεταφυσική διαλεκτική του όντος. Η αποτυχία να επεξηγηθεί επαρκώς, μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου διαλόγου, η πραγματική φύση της σωφροσύνης κατά τρόπο που να αιτιολογεί γιατί η αρετή αυτή είναι ωφέλιμη για το άτομο και για την κοινωνία, καταδεικνύει τις αδυναμίες που υπάρχουν τόσο στην παιδευτική και την ηθική συγκρότηση των συνομιλητών του Σωκράτη, όσο και στη διαλεκτική τεχνική που μεταχειρίζεται αυτός ο ίδιος ο Σωκράτης. Διότι η τελευταία αυτή εμφανίζεται τελικά ακατάλληλη να φανερώσει την προοπτική που θα έκανε την επιδίωξη της σωφροσύνης έργο που να αξίζει κανείς να του αφιερώσει τη ζωή του, ως κάτι που είναι πραγματικά αγαθό.

Ο Χαρμίδης, λοιπόν, αποδεικνύεται ως ένας διάλογος που βρίσκεται στο μεταίχμιο εξαιρετικά σημαντικών εξελίξεων στη σκέψη του δημιουργού του. Οι ματαιωμένες προσδοκίες που τον χαρακτηρίζουν σημαδεύουν το αίτημα για το πέρασμα από τη σωκρατική ελεγκτική και πειραστική σκέψη, που ενδεχομένως ήταν κατάλληλη για να λειτουργήσει ως πνευματικός οίστρος κατά τα σχετικά ήρεμα και ανέφελα χρόνια της δόξας της αθηναϊκής δημοκρατίας, προς μια περισσότερο ριζοσπαστική και ανατρεπτική θεώρηση των πραγμάτων και κυρίως των αξιών, όπως το απαιτούσαν επιτακτικά οι δραματικές εξελίξεις που μεσολάβησαν έκτοτε στη ζωή της πόλης. Οι ευφάνταστοι και ανέμελοι προβληματισμοί που χαρακτήριζαν τον «διαφωτισμό» του πέμπτου αιώνα υποχρεώνονται σιγά-σιγά να παραμερίσουν μπροστά στην ανάγκη για την εγκαθίδρυση μιας νέου τύπου συστηματικής φιλοσοφικής έρευνας θεμελιωμένης σε αλήθειες υπερβατικές και ακλόνητες. Και έτσι ανοίγεται ο δρόμος για να περάσουμε από την αμφισβήτηση και την εξεταστικότητα της σωκρατικής ζητήσεως στην επιδίωξη των βεβαιοτήτων της πλατωνικής μεταφυσικής.



Δημοσιεύθηκε: 15.7.2015

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Καλλιγάς, Παύλος: (Βιβλιοκρισία του:) Πλάτων: Χαρμίδης (εισαγωγή, μτφρ., σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος· Αθήνα: Εκκρεμές 2014). Κριτικά 2015-03, <http://www.philosophica.gr/critica/2015-03.html>.



ISSN 1791-776X