Pdf

2015-04

Πλάτων: Χαρμίδης (II)

Πλάτων: Χαρμίδης (εισαγωγή, μτφρ., σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος). Αθήνα: Εκκρεμές 2014, 128 σ., 14 €.



Κρίνει ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος (Πανεπιστήμιο Πατρών)
ncharalabopoulos@upatras.gr

Μετά τον Ίωνα ο Χαρμίδης είναι ο δεύτερος πλατωνικός διάλογος τον οποίον η μεταφραστική γραφίδα του Ν. Μ. Σκουτεροπούλου συστήνει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, ομοίως εντεταγμένον ως αρτιφανές μέλος της χορείας κλασσικών φιλοσοφικών κειμένων στη σειρά των «Ευμενών Ελέγχων» από τις εκδόσεις του Εκκρεμούς. Το γεγονός αποκτά οιονεί συμβολική σημασία επειδή αυτός ο δεύτερος πλοῦς σε πλατωνικά ύδατα δύναται να εκληφθεί ως νόστος ανεπίγνωστος μεταφραστού και εκδότου· διότι τη συγκεκριμένη σειρά την είχε εγκαινιάσει ο Ίων. Αν μάλιστα συνυπολογισθεί ότι, προς το παρόν, ο Πλάτων είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος της ελληνικής φιλοσοφίας, τότε η παρούσα έκδοση ενέχει τον κομβικό ρόλο του σημείου τομής όπου ολοκληρώνεται το παλαιό και εκκινεί το νέο.

Κατά το πρότυπο της εκδοτικής πρακτικής του Σκουτερόπουλου στη σειρά το κεντρικό τμήμα του βιβλίου καταλαμβάνεται από το αρχαίο κείμενο στην έκδοση της Οξφόρδης και τη μετάφραση, αμφότερα κατανεμημένα αντιφωνικώς σε καταντικρύ σελίδες –και μάλιστα με διατήρηση της ίδιας αρίθμησης και στις δύο, ώστε να διευκολύνεται η αντιστοίχηση των μεταφρασμένων προς τα πρωτότυπα χωρία (σ. 16-107). Του τμήματος αυτού προτάσσεται ολιγοσέλιδο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 9-13) συνοδευόμενο από άκρως κατατοπιστικό σχεδιάγραμμα του γενεαλογικού δέντρου του Πλάτωνος (σ. 14)· ενώ έπεται σώμα ευαρίθμων χρηστικών σημειώσεων (σ. 111-122) ακολουθούμενο από ενδεικτική βιβλιογραφία (σ. 125-6).

Η αξία του παρόντος έργου οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η απόδοση του συγκεκριμένου διαλόγου στα νέα ελληνικά. Ο Σκουτερόπουλος καταδεικνύει για μία ακόμη φορά τη γοητευτική τεχνουργία του ως αναγεννητής και πορθμέας ενός κειμένου από την αρχαία στη σύγχρονη φάση της γλώσσας μας. [1] Πιστός στο γράμμα του κειμένου, όπου απαιτείται, αλλά και ευέλικτος στην εκφορά της φράσης, όπου χρειάζεται, παράγει ένα ρέον κείμενο το οποίο δεν κουράζει ούτε ξενίζει τον (έστω και ελάχιστα) μεμυημένο αναγνώστη. Αυτό από μόνο του συνιστά επίτευγμα μέγα, διότι ο Χαρμίδης διατρέχει ευρύ υφολογικό πεδίο, από τη χαβαλεδιάρικη ατμόσφαιρα της αντροπαρέας στον διανοητικό μετεωρισμό κατά την εισαγωγή υποθετικών εννοιών όπως ο ερωτευμένος με τον εαυτό του έρωτας ή η αυτοκινούμενη κίνηση. [2] Το εκφραστικό του αισθητήριο είναι τόσο εκλεπτυσμένο ώστε, όποτε επιλέγει να παρεκκλίνει ανεπαισθήτως από το γράμμα του διαλόγου, πολύ συχνά δικαιώνεται. Όταν, επί παραδείγματι, η φράση του πρωτοτύπου ἡ γὰρ σωφροσύνη φυλάττουσα αποδίδεται ως «γιατὶ φρουρὸς ἄγρυπνος ἡ σωφροσύνη» (173d), ο Σκουτερόπουλος αναδεικνύει το κυρίαρχο στρατιωτικό λεξιλόγιο της εικονοποιίας· ή όταν στον επίλογο η λέξη βουλή μεταφράζεται «περιθώριο γιὰ σκέψη» (176d), η συγκεκριμένη περίφραση αποτυπώνει επακριβώς την αίσθηση του εγκλωβισμού, της ελλείψεως εναλλακτικών, το μάταιο της αντίστασης του Σωκράτους στα σχέδια των δύο εξαδέλφων. Ο καθ’ υπερβολήν σχολαστικός αναγνώστης ενδέχεται βεβαίως να ανακαλύψει δυσεξήγητες ανακολουθίες, όπως στην περίπτωση των ἐραστῶν του Χαρμίδη, οι οποίοι, όταν προπορεύονται, αποκαλούνται «ἀγαπητικοί» (154a), ενώ, όταν τον ακολουθούν, ονομάζονται «θαυμαστές» (154c)· ή επί μέρους παραλείψεις και αστοχίες, όπως η παράλειψη της εικόνας της λευκῆς στάθμης από τη μετάφραση (154b). [3] Αλλά αυτά συνιστούν μεμονωμένες περιπτώσεις, οι οποίες δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την υψηλή ποιότητα του τελικού αποτελέσματος.

Ο δεύτερος λόγος είναι η απόδοση του συγκεκριμένου διαλόγου στα νέα ελληνικά. Εάν διάλογοι όπως το Συμπόσιον, ο Φαίδρος, η Πολιτεία επέχουν στο πλατωνικό πέλαγος θέση Μυκόνου, Μήλου, Πάρου, ελκυστικών καλοκαιρινών προορισμών για τους ταξιδευτές-μεταφραστές, τότε ο Χαρμίδης διαχρονικά προσομοιώνεται τη Γυάρο ή την Ψέριμο: ο Σκουτερόπουλος είναι μόλις ο πρώτος (!) επώνυμος μεταφραστής του διαλόγου μας εδώ και μισό αιώνα, ο τέταρτος (!!) μετά το 1950 και ο έκτος (!!!) σε διάστημα άνω των εκατό ετών. Η “απομόνωση” αυτή του διαλόγου μας είναι ελαφρώς δυσερμήνευτη, δεδομένης της “αναγέννησης” των πλατωνικών σπουδών στην ελληνόφωνη βιβλιογραφία και συγγραφής σημαντικών σχολιασμένων εκδόσεων κατά την τελευταία εικοσαετία. [4] Η αλήθεια είναι ότι ο Χαρμίδης έχει δύσκολο και απαιτητικό περιεχόμενο, ενώ δεν διδάσκεται ούτε στα σχολεία ούτε στα πανεπιστήμια. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον Θεαίτητον, ή τον Κρατύλον, χωρίς όμως αυτοί να έχουν περιπέσει σε ανάλογη σχολιαστική λήθη. Αν και ο ενδελεχής υπομνηματισμός του διαλόγου μας παραμένει desideratum για τα ελληνικά πράγματα, η παρούσα εργασία επαναφέρει τον Χαρμίδην από τον ορίζοντα γεγονότων σε εκείνον των προσδοκιών του σημερινού αναγνώστη. Και επειδή απευθύνεται κυρίως στο μη ειδικό κοινό, ενδέχεται η συνεισφορά της στη διάδοση του διαλόγου μας σε βάθος χρόνου να αποδειχθεί ουσιαστική.

Αυτό ακριβώς το προσδοκώμενο κοινό υπαγορεύει και στον Σκουτερόπουλο τον χαρακτήρα των συνοδευτικών της μεταφράσεως σημειώσεων. Πραγματολογικού περιεχομένου οι περισσότερες, σκοπό έχουν να εξοικειώσουν τον αναγνώστη με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της κλασσικής Ελλάδος· ξεχωρίζουν εδώ οι αναφορές στον Ταυρέα, τον Χαιρεφώντα (σ. 111) ή τον Πυριλάμπη (σ. 115). Επίσης δεν απουσιάζουν και εκείνες οι οποίες διασαφηνίζουν αδρομερώς την πορεία του επιχειρήματος, όπου χρειάζεται· όπως, σωστά, επισημαίνεται η έγκυρη ένσταση του Κριτία έναντι του σωκρατικού ελέγχου (σ. 118). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στο ποίημα του Καβάφη «Ἐν πόλει τῆς Ὀσροηνῆς», του οποίου ο αρχικός τίτλος ήταν «Χαρμίδης» (σ. 113) –αν και μοιάζει κάπως εμβόλιμη και μετέωρη.

Το αδύνατο σημείο των σημειώσεων προκύπτει από την υπερβολική εμπιστοσύνη στη συγκεκριμένη δευτερεύουσα βιβλιογραφία. Όχι τόσο επειδή παρατηρείται κατάχρηση παραθεμάτων ή παραπομπών σε αυτήν –συνήθως σε θέματα φιλοσοφικής ερμηνευτικής (σ. 114, 118-9). Το πρόβλημα εντοπίζεται στην παλαιότητα του υλικού και την επισφαλή αξιοπιστία του. [5] Εάν είχαν αξιοποιηθεί τα πορίσματα της σύγχρονης έρευνας, συγκεκριμένες αβλεψίες θα είχαν αποφευχθεί. [6] Αναφέρω χαρακτηριστικά τρία παραδείγματα:

(α) Στην εξαιρετική σημείωση για την παλαίστρα του Ταυρέα διαβάζουμε ότι για την Βασίλη, επιχώρια αθηναϊκή θεότητα, «δὲν ὑπάρχει πουθενὰ κάποια ἀναφορὰ σὲ αὐτήν» (σ. 111). Η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική, καθώς η αρχαιότερη αναφορά στη θεά απαντά σε επιγραφή του 418/7 π.Χ., η οποία αφορά τη μίσθωση γης εντός του τεμένους των Κόδρου, Νηλέως και Βασίλης (IG I3 84). Την ίδια περίπου περίοδο χρονολογείται και η ερυθρόμορφη πυξίδα η οποία φέρει την αρχαιότερη σωζόμενη απεικόνιση της θεάς: στο πώμα της πυξίδας εμφανίζεται η Αθηνά με τον Εριχθόνιο μωρό και θεατές της σκηνής τούς Κέκροπα, Βασίλη και Σωτηρία. [7]

(β) Στη σημείωση για τη μάχη στην Ποτείδαια αναφέρεται ως έτος διεξαγωγής της το 432 π.Χ. (σ. 112). Το ίδιο υποστηρίζεται και στην εισαγωγή (σ. 11), όπου επαναλαμβάνεται η κρατούσα προ εικοσαετίας άποψη ότι ο Πλάτων αναχρονίζει επειδή τοποθετεί τη μάχη αυτή στο τέλος και όχι στην αρχή της εκστρατείας, όπως μαρτυρεί ο Θουκυδίδης. Όμως ο Πλανώ σε άρθρο του [8] ξεκαθαρίζει πλήρως τα πράγματα: η μάχη της Σπαρτώλου, πολίχνης στην περιοχή της Ποτειδαίας, έγινε τον Μάιο του 429 π.Χ. Οι διασωθέντες του εκστρατευτικού σώματος επέστρεψαν στην Αθήνα στα τέλη του ιδίου μηνός. Αυτή είναι και η δραματική χρονολογία του διαλόγου μας.

(γ) Η σημείωση για τον Χαρμίδη κλείνει με την ακόλουθη πρόταση: «Σκοτώθηκε τὴν ἄνοιξη τοῦ 403 π.Χ. κοντὰ στὸν Κηφισὸ σὲ μάχη μὲ τοὺς δημοκρατικοὺς τοῦ Θρασύβουλου» (σ. 113)· πρόταση η οποία επαναλαμβάνεται κατά λέξη και στην εισαγωγή (σ. 10). Η αλήθεια είναι ότι ο Χαρμίδης σκοτώθηκε στη μάχη της Μουνυχίας πολεμώντας στο πλευρό του Κριτία (Ξενοφών, Ἑλληνικά Β IV.19).

Η προσήλωση σε παλαιότερα ερμηνευτικά σχήματα επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίον στην εισαγωγή αποτιμάται ο διάλογος, το περιεχόμενο, οι πρωταγωνιστές του. Η αφοριστική διατύπωση της αρχικής προτάσεως ότι ο Χαρμίδης είναι «ὁ πρῶτος ἀφηγηματικὸς διάλογος τοῦ Πλάτωνα» δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε προηγηθεί η συγγραφή του Λύσιδος. Επί της ουσίας δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος χρονολόγησης των διαλόγων. Αυτό το αίτημα εν πολλοίς χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την παρωχημένη δαρβινικού τύπου εξελικτική θεωρία του Πλάτωνος ως φιλοσόφου (νέος σωκρατικός οπαδός – ακμάζων αυτόνομος φιλόσοφος – ώριμος αυτοκριτικός στοχαστής) μέσῳ της τριχοτόμησης των διαλόγων σε πρώιμους, μέσους και ύστερους. Ενώ στην εισαγωγή συμπυκνώνεται σε ελάχιστες σελίδες κατά τρόπο υποδειγματικό η υπόθεση του διαλόγου, δεν μνημονεύεται η πολιτική διάσταση της εννοίας της σωφροσύνης ως κεντρικού συνθήματος των αριστοκρατικών στις ιδεολογικές, και όχι μόνο, συγκρούσεις τους με τους δημοκρατικούς. Ο ορισμός της σωφροσύνης ως οἰκειοπραγίας και η στενή συνάφεια Χαρμίδου και Πολιτείας στο θέμα αυτό αποδεικνύει το σχετικό ενδιαφέρον του Πλάτωνος.

Επίσης ο μεταφραστής θεωρεί δεδομένη τη δαιμονοποιημένη εικόνα του «κακού τύραννου Κριτία», εν πολλοίς δημιούργημα της μετά το 403 π.Χ. δημοκρατίας. Δίδεται μάλιστα η εντύπωση ότι έχει οικειοποιηθεί τη συναισθηματική φόρτιση εναντίον του Κριτία σε τέτοιο βαθμό ώστε, ενώ στην οικεία σημείωση αναφέρεται σωστά ότι ο Κριτίας σκοτώθηκε στη μάχη της Μουνιχίας (σ. 112), στην εισαγωγή διαβάζουμε ότι «ἐκτελέστηκε ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν δημοκρατικῶν στὴν πόλη» (σ. 10) –ίσως διότι ο θάνατος στα χέρια των δημοκρατικών είναι το τέλος που ταιριάζει σε τυράννους(!;). Το μόνο βέβαιο είναι ότι για τον Πλάτωνα του Χαρμίδου η εύκολη λύση της απολυτοποίησης του Καλού και του Κακού δεν υφίσταται· γι’ αυτό και ο διάλογος τελεί υπό τον ορίζοντα του τραγικού. Όχι μόνο επειδή η συζήτηση για τον ορισμό της σωφροσύνης κατέληξε σε αδιέξοδο. Αλλά επειδή μένει δυσεξήγητο πώς δύο φυσικοί ηγήτορες των Αθηνών υπερέβησαν τα όρια και αντί για ευημερία κατέληξαν να φέρουν τον θάνατο στους εαυτούς τους αλλά, εμμέσως, και στους συνομιλητές τους από εκείνη την παλαίστρα.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις δεν αφαιρούν ούτε κεραία από την αξία ενός τόσο σημαντικού έργου· έργου το οποίο προσφέρεται ως αποτέλεσμα γνώσεως και πολυετούς εμπειρίας και γέννημα ανδρός ο οποίος φαίνεται να διακατέχεται από αγαπητικό ζήλο για τους αναγνώστες του. Η επιλογή του μάλιστα να χρησιμοποιεί την προ του ακρωτηριασμού αρτιμελή γραφή της ελληνικής γλώσσας περιποιεί ιδιαίτερη τιμή και δόξα σε αυτόν και τους αναγνώστες του. Όσοι ασχολούμαστε με τον Πλάτωνα οφείλουμε ένα ευχαριστώ στον Ν. Μ. Σκουτερόπουλο – και ειδικά εμείς του Χαρμίδου οι ἐρασταί


Σημειώσεις:
[1] Το μεταφραστικό έργο του Σκουτερόπουλου είναι εντυπωσιακό τόσο για το εύρος των επιλεγέντων συγγραφέων (από τον Βίνκελμανν και τον Νοβάλις έως τον Νίτσε και τον Χούσσερλ) όσο και για τη σχεδόν σαραντάχρονη διάρκειά του. Επίσης ο υψηλός βαθμός εξοικείωσης λόγῳ της αποκλειστικής, με εξαίρεση τον Θουκυδίδη, εστίασής του στα κείμενα αρχαίων φιλοσόφων και ειδικότερα του Πλάτωνος, με οκτώ συνολικά διαλόγους στο ενεργητικό του ως μεταφραστή (Λύσις, Ευθύφρων, Ευθύδημος, Ιππίας Ελάττων, Πολιτεία, Ίων, Χαρμίδης, Φαίδρος), εγγυάται την προσδοκωμένη (και) από την εμπειρία ποιότητα.
[2] Πρβ. τα πρώτα σχόλια των ανδρών κατά την άφιξη του Χαρμίδη: «Ἔ! Σωκράτη, πῶς σοῦ φαίνεται ὁ νέος; Δὲν εἶναι εὐπαρουσίαστος; – Ἐξαίσιος, εἶπα ἐγώ. – Ἔ! λοιπὸν αὐτός, εἶπε, ἅμα θελήσει νὰ γυμνωθεῖ, θὰ σοῦ φανεῖ σὰν νὰ μὴν ἔχει κὰν πρόσωπο· τόσο πανέμορφο εἶναι τὸ σῶμα του» (154d)· ή το ερώτημα για μια υποθετική αυτοαναφορική γνώμη: «Ἢ πάλι μιὰ γνώμη ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὶς ἄλλες γνῶμες καὶ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ χωρὶς μιὰ ὁποιαδήποτε γνώμη σὰν αὐτὲς ποὺ ἔχουν οἱ ἄλλες γνῶμες» (168a).
[3] Η μετάφραση «Μὲ ἐμένα, φίλε μου, δὲν μπορεῖς νὰ μετρήσεις τίποτα σχετικὰ μὲ τοὺς ὄμορφους» σε σχέση με το αρχαίο κείμενο Ἐμοὶ μὲν οὖν, ὦ ἑταῖρε, οὐδὲν σταθμητόν· ἀτεχνῶς γὰρ λευκὴ στάθμη εἰμὶ πρὸς τοὺς καλούς απέχει επειδή το δρων πρόσωπο στην φράση είναι ο Σωκράτης και όχι ο φίλος, ενώ παραλείπει και την αναφορά περί λευκῆς στάθμης. Πρόκειται για ιδιωματισμό και παραπέμπει στη λευκή ευθεία γραμμή, την οποία σχημάτιζαν πάνω στο υλικό τους με τη βοήθεια σχοινιών ή νημάτων βουτηγμένων στην κιμωλία οι τεχνίτες της πέτρας ή του μαρμάρου. Το νόημα της παρομοίωσης είναι ότι, όπως δεν ξεχωρίζει εύκολα η λευκή γραμμή πάνω σε λευκή επιφάνεια, έτσι στα μάτια του Σωκράτους όλοι οι νέοι φαίνονται ωραίοι.
[4] Η σειρά των εκδεδομένων μεταφράσεων του Χαρμίδου έχει ως εξής: A. Καμπάνης (Φέξης 1911), B. Τσαφάρας (Πάπυρος 1939), N. Τετενές (Ζαχαρόπουλος 1950), Γ. Κουχτσόγλου (Φανός 1959), «Φιλολογική Ομάδα» (Κάκτος 1992), Ν. Μ. Σκουτερόπουλος (Εκκρεμές 2014). Όσο για τις πρόσφατες μεταφράσεις πλατωνικών έργων δειγματοληπτικά και κατά χρονολογική σειρά αναφέρονται οι εξής σχολιασμένες εκδόσεις: Β. Κάλφας, Πλάτων Τίμαιος (Αθήνα: Πόλις 1995 και Εστία 2013)· Π. Δόικος, Πλάτων Φαίδρος (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2001)·Γ. Κεντρωτής, Πλάτων Κρατύλος (Αθήνα: Πόλις 2001 και Gutenberg 2013)· Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πλάτων Πολιτεία (Αθήνα: Πόλις 2002)·Θ. Γ. Μαυρόπουλος, Πλάτων Πολιτεία, 2 τόμοι (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2006)· Κ. Π. Αθανασάτος, Πλάτων Μενέξενος, 2 τόμοι (Αθήνα: Ι. Ζαχαρόπουλος 2007)· Η. Βαβούρας, Πλάτων Γοργίας (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2008)·Ν. Μιχαηλίδης, Πλάτων Σοφιστής (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2008)· Η. Π. Νικολούδης, Πλάτων Νόμοι, 3 τόμοι (Αθήνα: Ι. Ζαχαρόπουλος 2008–)·Ι. Πετράκης, Πλάτων Μένων (Αθήνα: Πόλις 2008)· Δ. Τζωρτζόπουλος, Πλάτων Λάχης-Λύσις (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2008)· Η. Σπυρόπουλος, Πλάτων Πρωταγόρας (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2009)· Ν. Ε. Τζιράκης, Πλάτωνος Απολογία Σωκράτους (Αθήνα: Πατάκης 2009)· Θ. Γ. Μαυρόπουλος, Πλάτων Πολιτικός (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2010)· Ι. Πετράκης, Πλάτων Φαίδων (Αθήνα: Εστία 2014)· Κ. Σ. Παπαλεξίου, Πλάτων Θεαίτητος (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος 2015)· Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Πλάτων Φαίδρος (Αθήνα: Πόλις 2015).
[5] Η πιο πρόσφατη από τις εικοσιμία βιβλιογραφικές καταγραφές, η μονογραφία του Charles Kahn Plato and the Socratic Dialogue, χρονολογείται στο 1996 και τα αμέσως νεώτερα έργα εξεδόθησαν το μακρινό 1985· ενώ τρεις καταγραφές φλερτάρουν, κατέκτησαν ή έχουν ήδη υπερβεί την (ηλικιακή) αιωνιότητα δημοσιευθέντα αντιστοίχως το 1919 (!), το 1914 (!!) και το 1911 (!!!) – το περιεχόμενο των οποίων είναι εν πολλοίς παρωχημένο και τις κατατάσσει στον χώρο του ιστορικού και αρχειομουσειακού ενδιαφέροντος. Έτσι, όμως, ο αναγνώστης πιθανότατα θα σχηματίσει εσφαλμένη και πεπαλαιωμένη εικόνα για την περί τον Χαρμίδην έρευνα.
[6] Προτεινόμενη πρόσφατη βιβλιογραφία για τον Χαρμίδην: T. Brennan, «The implicit refutation of Critias», Phronesis 57 (2012), σ. 240-50· G. Danzig, «Plato’s Charmides as a political act: Apologetics and the promotion of ideology», Greek, Roman, and Byzantine Studies 53 (2013), σ. 486-519· G. Danzig, «The use and abuse of Critias: Conflicting portraits in Plato and Xenophon», Classical Quarterly 64 (2014), σ. 507-24· L. Lampert, How Philosophy Became Socratic: A Study of Plato’s Protagoras, Charmides, and Republic (Chicago/ London: University of Chicago Press 2010), σ. 147-240· M. M. McCabe, «Looking inside Charmides’ cloak: Seeing oneself and others in Plato’s Charmides», στο D. Scott (επιμ.), Maieusis: Essays on Ancient Philosophy in Honour of Myles Burnyeat (Oxford: Oxford University Press 2007), σ. 1-19· V. Politis, «The place of aporia in Plato’s Charmides», Phronesis 53 (2008), σ. 1-34· F. Pownall, «Critias in Xenophon’s Hellenica», Scripta Classica Israelica 31 (2012), σ. 1-17· T. M. Tuozzo, Plato’s Charmides: Positive Elenchus in a “Socratic” Dialogue (Cambridge: Cambridge University Press 2011).
[7] Βλ. H. A. Shapiro, «The Attic deity Basile», Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 63 (1986), σ. 134-6.
[8] Βλ. Ch. Planeaux, «Socrates, Alcibiades, and Plato’s ΤΑ ΠΟΤΕΙΔΕΑΤΙΚΑ: Does the Charmides have an historical setting?», Mnemosyne 52 (1999), σ. 72-7.



Δημοσιεύθηκε: 15.7.2015

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Καλλιγάς, Παύλος: (Βιβλιοκρισία του:) Πλάτων: Χαρμίδης (εισαγωγή, μτφρ., σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος· Αθήνα: Εκκρεμές 2014). Κριτικά 2015-03, <http://www.philosophica.gr/critica/2015-03.html>.



ISSN 1791-776X