Pdf

2016-06

Νίτσε: Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαίας τραγωδίας

Φρειδερίκος Νίτσε [Friedrich Nietzsche]: Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Οι προπλατωνικοί φιλόσοφοι και σημειώσεις (1867-75) (πρόλ.-μτφρ.-σχόλια Βαγγέλης Δουβαλέρης, επιμ. Ήρκος Ρ. Αποστολίδης). Αθήνα: Gutenberg 2013, 237 σ., 12 €.



Κρίνει η Αγγελική Γ. Βασιλοπούλου (Αθήνα)
angelvassilopoulou@yahoo.com


To ανά χείρας βιβλίο, με πρωτότυπο τίτλο Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen, αποτελεί μέρος της ανολοκλήρωτης εργασίας του 25χρονου Φρειδερίκου Νίτσε, καθηγητή τότε στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, σχετικά με τις φιλοσοφικές επίνοιες και δοξασίες των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων, το οποίο αρχικώς προοριζόταν ως προσθήκη στη Γέννηση της Τραγωδίας [1].

Αισθητικώς καλαίσθητο, προσεγμένο και συνάμα με απλό ως προς την εμφάνισή του εξώφυλλο σε κίτρινη ώχρα, με τη μορφή του Νίτσε ως σκίτσο κάτω από το κέντρο, το παρόν βιβλίο μας προϊδεάζει για το περιεχόμενό του ήδη από τον υπότιτλο, ενώ οι φωτογραφίες των χειρογράφων [2] κοσμούν διασπαρμένες στις σελίδες του βιβλίου και στις αντίστοιχες ενότητές του. Το κείμενο γράφτηκε γύρω στο 1873 και, όπως αναφέρεται στον πρόλογο της έκδοσης, σκοπός ήταν να ωφεληθεί ο ίδιος (σ. 13) και να αναζητήσει νέες ερμηνείες της προσωκρατικής σκέψης, καθώς και «την πολυφωνία της αρχαιοελληνικής ιδιοσυγκρασίας» (σ. 34). Στόχος του «να φωτιστεί αυτό που πρέπει πάντα να κερδίζει την αγάπη και το σεβασμό μας {…}: δηλαδή, o Μεγάλος Άνθρωπος» (σ. 34).

Ο πρόλογος, η προσεγμένη μετάφραση και τα σχόλια είναι γραμμένα από τον Βαγγέλη Δουβαλέρη, ο οποίος χαρακτηρίζει το έργο ως εισαγωγή στη φιλοσοφία, δηλ. μια μύηση του αναγνώστη στον κόσμο της φιλοσοφίας,  η οποία δεν είναι ούτε ακαδημαϊκή ούτε συστηματική, αλλά έχει σκοπό να τον εμπνεύσει. Τη φιλολογική επιμέλεια έχει ο Ήρκος Αποστολίδης, κατά τον οποίο ‘το συγκεκριμένο βιβλίο πρέπει κάποιος να το διαβάσει, πίνοντας νερό από την πηγή και όχι από το δίκτυο της πόλης ή από εμφιαλωμένο’ [3], καθώς πρόκειται για ένα πρωτότυπο έργο, μια φιλοσοφική πηγή.

Γεγονός είναι πως το πολυσχιδές αυτό έργο τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη πολυποίκιλη ερμηνεία που μπορεί να λάβει, αποτελεί ένα χρυσοποίκιλτο θησαυρό, ὡς ἔπος εἰπεῖν, αφού καταπιάνεται με διάφορες όψεις της προσωκρατικής φιλοσοφίας και αποπειράται να θέσει καίρια ερωτήματα, τα οποία κυρίως άπτονται της κοσμογονίας, της οντολογίας και της φυσικής φιλοσοφίας των Προσωκρατικών. Εν τούτοις δεν πρόκειται για μια αφήγηση, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, αλλά για μια ουσιαστική κριτική ματιά στους Προσωκρατικούς, έχοντας ως αφετηρία τις εξ Ανατολών καταβολές της φιλοσοφίας (σ. 41-48), το πέρασμα “από τον μύθο στον λόγο” και μια εμβόλιμη υποενότητα, στην οποία ο Νίτσε προβαίνει σε σύντομη σύγκριση της φιλοσοφίας των Προσωκρατικών με εκείνην νεοτέρων φιλοσόφων (σ. 49-53). Ως γνήσιος φιλόλογος, o Nίτσε, εξετάζει εκτός από τους Προσωκρατικούς και τους Σοφιστές. Εκείνο όμως το στοιχείο που φαίνεται να διαφοροποιεί τις προτιμήσεις του είναι ένα έντονο “αντισωκρατικό πνεύμα”. Τούτο σημαίνει πως στα σημεία όπου είθισται να αναδεικνύεται μια ηθικολογία υπέρ του Σωκράτους, η οποία και συζητιόταν έντονα στους φιλοσοφικούς κύκλους έως και τον 19ο αι., βάζει τον Ηράκλειτο επικεφαλής της αρχαίας Φιλοσοφίας (σ. 69-80) και όχι τον Σωκράτη. Επιπλέον, δεν διστάζει να εκφράσει την αδιαφορία του προς διάφορα φιλοσοφικά συστήματα διά της έμφασης που δίδει στους Προσωκρατικούς πρώτα ως πρόσωπα-ορόσημα και, κατόπιν ως φιλοσόφους, επιλέγοντας να μην αναφερθεί σε άλλους μεγάλους φιλοσόφους, όπως ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης.

Ειδικότερα, ως προς τις επιμέρους ενότητες του βιβλίου, επισημαίνουμε τα εξής: Στον πρόλογο του μεταφραστή (σ. 13) φαίνεται ότι ο Νίτσε ξεπερνά τη φιλολογική του ιδιότητα και αναδεικνύεται η ανάγκη του να αναζητήσει τι κρύβεται πίσω από την ίδια τη “φιλοσοφία ως έκφανση του πολιτισμού” και να μην παραμείνει στην ερμηνεία ή την ανάλυση κάποιων αποσπασμάτων των προπλατωνικών στοχαστών. Ως προς τη μέθοδο και τους τρόπους ανάπτυξης της θεματολογίας  που ακολουθεί, φαίνεται εξ αρχής μία διάθεση μη αυστηρής επιστημοσύνης: δεν παραθέτει τα αντίστοιχα αρχαία χωρία, δεν ασχολείται αυστηρώς με υποσημειώσεις και απαλείφει τις αρχικές παραπομπές του σε άλλους φιλολόγους. Τοιουτοτρόπως δίδει την προσωπική του σφραγίδα στο ύφος, τη μορφή και τη μέθοδο εξιστόρησης των Προσωκρατικών, πράγμα που θα μπορούσε να ‘δικαιολογήσει’ επιστημονικά του ατοπήματα και άλλες φιλοσοφικές πλάνες, στις οποίες υποπίπτει και τις οποίες θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει. Ακολουθεί μια συνοπτική μα χρήσιμη επεξήγηση των συντομογραφιών και γενικών φιλοσοφικών βοηθημάτων (σ. 23-27) που βοηθούν και έναν αρχάριο αναγνώστη να κατανοήσει ορθότερα το κείμενο. Επιπροσθέτως, κρίνοντας τους προλόγους του Νίτσε (σ. 31-38), αυτό που μας κάνει αμέσως εντύπωση είναι η ευθυκρισία του και η αυστηρή «θέαση» [4] των φιλοσοφικών συστημάτων. Διαχωρίζει τη θέση του από προγενέστερους φιλοσόφους (όχι μόνο τους αρχαίους) και προάγει την άποψη πως, ανεξάρτητα από την ιδέα ή την φιλοσοφική άποψη που τυγχάνει να ενστερνιζόμαστε, αναγνωρίζουμε στους «κοντινούς μας» την «προσωπική προσπάθεια και βούληση». Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται, αποφεύγοντας πλάνες και μεγαλοστομίες. Η δε συντροφιά των «Μεγάλων Ανθρώπων» [5], στους οποίους αναφέρεται ο Νίτσε, δεν είναι άλλη από αυτή των πρώτων φιλοσόφων. Οι μεγάλοι αυτοί φιλόσοφοι καταφέρνουν να διατηρούν έναν προσωπικό τόνο στα κείμενά τους, γεγονός το οποίο τους χρίζει ως ανθρώπους με «σπουδαίες» ιδέες κι όχι ως αμιγώς φιλόσοφους.

Στα ακόλουθα κεφάλαια, ο Νίτσε, αφού κάνει μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της Φιλοσοφίας στην Ανατολή (βλ. Εβραϊκές και Αιγυπτιακές επιδράσεις, Βέδες, Ζωροαστρισμός κ.τ.λ.· Κεφ. 1, σ. 42-43), προχωρεί στο κυρίως μέρος, δηλ. τη φυσική φιλοσοφία και κοσμολογία των αρχαίων Ελλήνων. Επιμένει στους Προσωκρατικούς, κυρίως τον Θαλή (Κεφ. 3), τον Αναξίμανδρο (Κεφ. 4, 6 και 16), τον Ηράκλειτο (Κεφ. 5, 6 και 7), τον Ξενοφάνη (Κεφ. 10), τον Παρμενίδη (Κεφ. 9, 10, 13 και 15), τον Ζήνωνα (Κεφ. 12) και τον Αναξαγόρα (Κεφ. 14-19), ενώ το έργο τελειώνει σχετικά απότομα μετά την έκθεση των σκέψεών του σχετικά με τη φιλοσοφία του Νου του Αναξαγόρα. Αυτό που φαίνεται να κάνει σε κάθε κεφάλαιο είναι να επιλέγει μόνο μερικά δόγματα από κάθε φιλόσοφο, ελπίζοντας με αυτόν τον τρόπο να αναδείξει τις βασικές πτυχές τόσο της προσωπικότητας του φιλοσόφου όσο και των ιδεών του. Έτσι, για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την προέλευση των πραγμάτων από το νερό στη θεωρία του Θαλή, ο Νίτσε ισχυρίζεται πως τούτο αντικατοπτρίζει μια γενικότερη άποψη ή ένα όραμα ότι τα πάντα είναι ένα. Εδώ σημαίνεται και η αφετηρία της απαλλαγής της φιλοσοφικής σκέψης από τον μύθο.

Ο Νίτσε δεν θέλει να διαχωρίσει την ποίηση από την αυστηρή διανόηση, παρόλο που δεν προχωρά σε επιστάμενη έρευνα. Εξάλλου, κανένας ποιητής-φιλόσοφος δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, καθώς η φιλοσοφική διανόηση μπορεί σε αυτή την περίπτωση να επηρεάζεται από θρησκευτικούς πόθους, αισθητικές ανάγκες και υποκειμενισμό, οι οποίοι δύνανται να δώσουν στραβή κατεύθυνση στη φιλοσοφική προσπάθεια και να μην επιζητήσουν την αλήθεια και τη θεμελίωσή της. Εντούτοις, ο λόγος του Νίτσε διέπεται από αρτιότητα στη μορφή, κομψότητα στην έκφραση, νοικοκυρεμένη σκέψη ακόμα και αν δεν έχει τάξη ή διαφάνεια. Έτσι, το δυσνόητο και σκοτεινό ή το σχολαστικό και δοκησίσοφο μετατρέπεται σε κοινό τόπο και ευκολονόητο.

Ο Νίτσε θεωρεί ότι η φιλοσοφία οφείλει να παραμένει μία ανώτερη, υψηλότερη και ευγενικότερη επιστήμη, η οποία όχι μόνο μπορεί να ρυθμίσει τη ζωή μας, αλλά ύστερα από αδιάλειπτο διανοητικό αγώνα, να αποτελέσει το τέρμα μιας προσπάθειας που εν διαλογισμώ θα φέρει τον ευδαίμονα βίο. Η φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων αποκρυσταλλώνεται σε αυτήν ακριβώς τη σκέψη, δηλαδή αποτελεί την essentiam της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία, λοιπόν, είναι κάτι παραπάνω από γνώση και νοητική ενέργεια, είναι ενέργεια εν Λόγω, είναι ύπαρξη και τύχη του κάθε ανθρώπου. Επιπλέον, θέτει το ερώτημα διά των προσωκρατικών φιλοσόφων, αν η ζωή είναι για την επιστήμη ή η επιστήμη για τη ζωή. Ο ίδιος θεωρεί ότι ως έναν βαθμό η επιστήμη προφυλάσσει τη ζωή, όπως προφυλάσσει ή θρέφει το γένος. Ακόμα κι αν σ’ αυτό το σημείο η κρίση του πλανάται, δυναμώνει τη ζωή και όσους πιστεύουν στην αλήθεια της. Μάλιστα, σε αυτό θεωρεί ότι στέκονται αρωγοί οι αρχαίοι φιλόσοφοι, οι οποίοι εκτιμούσαν την αλήθεια περισσότερο ως κοσμοθεωρία και ως λογική, εν αντιθέσει με το θυμικό ή την ηθική.

Ο Νίτσε αποτελεί την αναγέννηση, με την κοσμική και ειδωλολατρική της έννοια, εν αντιθέσει προς άλλους φιλοσόφους της εποχής του που διέδιδαν χριστιανικές έννοιες ή τουλάχιστον τις προέβαλλαν ως επαναβάπτισμα μιας παλαιάς σοφίας μέσω του σχολαστικισμού. Θα τολμούσε να πει κάποιος ότι ο Νίτσε παρουσιάζει τους προσωκρατικούς φιλοσόφους ως ηγέτες και διαχωρίζει τη θέση του από εκείνους που τους θεωρούν μονοδιάστατους και πρωτόγονους. Η Δημοκρατία των Μεγαλοφυών που εκτείνεται από τον Θαλή ως τον Σωκράτη δείχνει την καθαρότητα της σκέψης των Προσωκρατικών και την ανάγκη τους να φωτίσουν πτυχές του πολιτισμού και της φύσης εν τω συνόλω. Δεν απετέλεσαν ποτέ ξεχωριστή κάστα ή κοινωνική τάξη ή «αγίους», όπως είχαν οι υπόλοιποι λαοί, αλλά απλώς Σοφούς που προσπαθούσαν να πετύχουν «την εντελή μορφή» του ατόμου.

Μέσα από αυτό το έργο ο Νίτσε δεν προσπαθεί να εξηγήσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία με συγκρίσεις και παραλληλισμούς, παραμένοντας έτσι ο κλασσικός φιλόλογος που την προβάλλει ως υπόδειγμα όλης της αρχαιότητας. Διαχωρίζει, τέλος, το αρχαιοελληνικό πνεύμα σε διονυσιακό και απολλώνιο, για να δώσει την κυρίαρχη θέση στο διονυσιακό και τις άλογες και παράφορες ενστικτώδεις ορμές που δεν αποτελούν μια παθολογική κατάσταση, αλλά την ίδια την αναγέννηση του ατόμου. Γι’ αυτό και κάνει εντύπωση ως αντισυμβατικός φιλόσοφος.

Η καταστροφή του δυτικού κόσμου (Untergang des Abendlandes) θα αντισταθμιστεί μέσω του απολλώνιου αλλά και του διονυσιακού στοιχείου, ενώ ταυτόχρονα φανερώνει τη λειψότητά του και την αδυναμία του να ενστερνιστεί υψηλές ιδέες. Μέσα από αυτό το πνεύμα και φτάνοντας γύρω στο 1890, ο Νίτσε θεωρείται ως ο αναγνωρισμένος απολογητής του ιμπεριαλισμού και μιας βαθύτερης φιλοσοφίας και ανώτερης τέχνης που φανερά πλέον εξυμνεί το ασυνείδητο και τη βούληση για δύναμη και γνώση. «Οι αντιπροσωπευτικοί τύποι του φιλοσοφικού νου» εφευρέθηκαν ουσιαστικά από τους Προσωκρατικούς. Το έργο αυτό είναι επίκαιρο, καθώς υπενθυμίζει στον αναγνώστη τις «ωραίες δυνατότητες της ζωής»: Ο Νίτσε γράφει (σ. 36) πως οι μεταγενέστεροι Έλληνες τις ξέχασαν. Η ίδια η ζωή, όμως, διαρκώς θα μας σπρώχνει στην ατελεύτητη περιπέτεια του πνεύματος και του κυνηγιού της γνώσης. Αναμφίβολα ένα ρηξικέλευθο βιβλίο που σπάει τους φραγμούς και τα όρια μιας συνηθισμένης γραφής, ενώ ταυτοχρόνως αποφεύγει συστηματικά τη στημένη και αυστηρή ακαδημαϊκή γλώσσα. Έτσι η γλώσσα του, παρότι παραμένει απλή καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, δίδει την πλασματική εντύπωση πως μπορεί ο αναγνώστης να καταλάβει ό,τι κι αν του πουν. Ακόμα κι αν προσπαθούσαμε να συνδέσουμε συγκεκριμένες φράσεις του Νίτσε με μια κακόπιστη ή τυπολατρική κριτική, θα αποτυγχάναμε, αφού ο λόγος του σκοπεύει εκ προοιμίου στην πρόκληση και στη φανερή επισήμανση των ίδιων των κακών κειμένων περί τη φιλοσοφία [6].


Σημειώσεις:
[1] Φρ. Νίτσε, Η Γέννηση της τραγωδίας (ή Ελληνισμός και Απαισιοδοξία) (πρόλογος Γ. Φαράκλας, μτφρ. Χρ. Μαρσέλλος· Αθήνα: Εστία 2009). Σημειωτέον ότι στην υπό κρίση έκδοση επιλέχθηκαν και παρατίθενται σε παράρτημα σχόλια και αναλύσεις του Νίτσε σχετικές με τους προπλατωνικούς φιλοσόφους, συνοδευόμενες από σημειώσεις που κρατούσε κατά την ενασχόλησή του με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία ως το 1875 (σ. 151-226).
[2] Βλ. <http://www.nietzschesource.org/facsimiles/DFGA/Manuscript> (πρόσβαση 15/09/2016).
[3] Aπόσπασμα από τη συνέντευξη του επιμελητή της έκδοσης Ή. Αποστολίδη στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Gutenberg τον Μάϊο του 2014.
[4] Με τη φράση «ο τρόπος βίωσης και θέασης», ο Νίτσε αναφέρεται στους προπλατωνικούς φιλοσόφους και ανάμεσά τους, όπως είναι φυσικό, τοποθετεί και άλλους εκτός των Προσωκρατικών. Ενισχύει τον λόγο του με συμβολισμούς ή λέξεις, στις οποίες δίδει ιδιαίτερη σημασία μέσω της κεφαλαιογράμματης γραφής (π.χ. «οι Μεγάλοι Άνθρωποι», το «Κάτι της Ιστορίας», «η Γνώση», «η Φύση», «ο Κόσμος» κ.τ.ό.). Πριν από οποιονδήποτε χαρακτηρισμό των Προπλατωνικών, πριν από οποιαδήποτε περιχαράκωση της ελληνικής φιλοσοφίας, ο Νίτσε θεωρεί ότι προέχει αφενός η μελέτη των γνωστικών αντικειμένων με τα οποία ασχολήθηκαν οι αρχαίοι και αφετέρου η άντληση όλων εκείνων των στοιχείων που σηματοδοτούν την ουσία των προγενέστερων φιλοσοφικών συστημάτων.
[5] Ο Νίτσε εντέχνως χρησιμοποιεί τον όρο «προπλατωνικός» αντί του συνηθέστερου «προσωκρατικός», θέλοντας ίσως να δώσει έμφαση στην ίδια την ουσίωση των ιδεών του Πλάτωνος. Εξάλλου όλοι οι φιλόσοφοι, στους οποίους αναφέρεται είναι οι λεγόμενοι Προσωκρατικοί, ενώ όσοι έπονται λέγονται «Μετασωκρατικοί» ή επίγονοι των Σωκρατικών (Οι Προσωκρατικοί, τόμ. Α΄, μτφρ. Β. Α. Κύρκος· Αθήνα: Παπαδήμας 2007). Έτσι με αυστηρά κριτήρια ως Προσωκρατικοί νοούνται οι στοχαστές εκείνοι που έδρασαν πριν από τους Σωκρατικούς και όχι, όπως θα μπορούσε να νομισθεί, όσοι έζησαν πριν από τον Σωκράτη. Τέλος, ο χαρακτηρισμός «προσωκρατικός» λίγη σχέση έχει με τη χρονολόγηση και περισσότερη με το περιεχόμενο της φιλοσοφίας των εν λόγω διανοητών. Ορθώς, λοιπόν, εντάσσει και τους Ορφικούς (σ. 153) στο φιλοσοφικό του ταξίδι.
[6] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ανώνυμους κριτές του περιοδικού, οι οποίοι με τα χρήσιμα σχόλιά τους συνέβαλαν σημαντικά στη βελτίωση του κειμένου. – Η βιβλιοκρισία δημοσιεύεται με σχετική καθυστέρηση για λόγους ανεξάρτητους από τον προγραμματισμό των Κριτικών.



Δημοσιεύθηκε: 30.12.2016

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Βασιλοπούλου, Αγγελική: (Βιβλιοκρισία του:) Φρειδερίκος Νίτσε: Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαιοελληνικής τραγωδίας (πρόλ.-μτφρ.-σχόλια Β Δουβαλέρης· Αθήνα: Gutenberg 2013). Κριτικά 2016-06, <http://www.philosophica.gr/critica/2016-06.html>.



ISSN 1791-776X