Pdf

2016-08

Βίττγκενσταϊν: Tractatus

Ανταπάντηση στην απάντηση του Α. Α. Γεωργαλίδη [2016-05] σε μια βιβλιοκρισία του Μ. Θεοδοσίου [2016-03, για την έκδοση: Ludwig Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια-ευρετήριο Ανδρέας Α. Γεωργαλλίδης, επιμ. μτφρ. Ναταλία Ν. Κυριακίδη, γλωσσική επιμ. Ανδρέας Π. Αντζουλής). Αθήνα: Εκδόσεις Ίαμβος 2016].



Ανταπαντά ο Μίλτος Ν. Θεοδοσίου
milt_theo@outlook.com


Eυχαριστώ το περιοδικό Κριτικά για την ευκαιρία να τοποθετηθώ πάνω στην απάντηση του κ. Γεωργαλλίδη. Στη βιβλιοκρισία μου κατηγόρησα τον κ. Γεωργαλλίδη για αντιγραφή από το διαδίκτυο, οικειοποίηση, αναθεώρηση και έκδοση ξένης μεταφραστικής εργασίας δίχως επισήμανση (και ενδεχομένως δίχως άδεια), ενώ στιγμάτισα τη συστηματική του αδιαφορία, ως επίδοξου μεταφραστή, για τους αναγνώστες του –αδιαφορία, η οποία, όπως έδειξα λεπτομερώς στη βιβλιοκρισία μου, δυσχεραίνει την ανάγνωση, την κατανόηση αλλά και την κριτική ερμηνεία του μεταφρασμένου έργου. Εξετάζοντας την απάντηση του κ. Γεωργαλλίδη με τη μέριμνα αυτή, διαπιστώνω με λύπη ότι όχι μόνο δεν απαντάει σε τίποτα επί της ουσίας αλλά επιπλέον επιχειρεί να στρέψει την προσοχή μακριά από τα ζητήματα που ανέπτυξα. Όπως θα δείξω παρακάτω, η τακτική του αυτή τον οδηγεί, ενίοτε, σε ανεπιθύμητα για τον ίδιο αποτελέσματα, διότι αποκαλύπτει ξεκάθαρα την ερασιτεχνική μεταφραστική πρακτική του κ. Γεωργαλλίδη κατά την αναθεώρησή του της παλαιάς μετάφρασης του Tractatus. Ειδικότερα, όσον αφορά τις βιττγκενσταϊνικές σπουδές στη χώρα μας, οι οποίες είναι ομολογουμένως εξαιρετικά περιορισμένες, ο ερασιτεχνισμός του κ. Γεωργαλλίδη αποτελεί σοβαρή οπισθοχώρηση ως προς τα εξαιρετικά μεταφραστικά και ερευνητικά κεκτημένα των άρτιων ελληνικών μεταφράσεων και σχολιασμών έργων του Βίττγκενσταϊν από τον Κωστή Μ. Κωβαίο.

Περί αντιγραφής και αδιαφορίας για τον αναγνώστη
Στη βιβλιοκρισία μου παρουσίασα εκτενώς πώς ο κ. Γεωργαλλίδης έχει προβεί σιωπηρά στην αναθεώρηση της μετάφρασης του Tractatus από τον Θανάση Κιτσόπουλο (και τον Νίκο Γιανναδάκη) όπως αυτή πρωτοεκδόθηκε το 1978 και συνεχίζει να κυκλοφορεί κανονικά στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Παπαζήση. Η αναθεώρηση δεν επισημαίνεται ούτε στο εξώφυλλο ούτε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, παρά μόνο σε μια γραμμή στο μεταφραστικό σημείωμα του κ. Γεωργαλλίδη. Άρα η “μετάφραση” του κ. Γεωργαλλίδη κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία ως τάχα νέα μετάφραση του Tractatus, δίχως να ενημερώνονται ρητά οι αναγνώστες ότι πρόκειται απλώς για αναθεώρηση της παλαιάς μετάφρασης. Στο ίδιο μεταφραστικό σημείωμα, ο κ. Γεωργαλλίδης αφήνει αναπάντητο το εύλογο ερώτημα αν η αναθεώρηση έχει γίνει με την άδεια του κ. Κιτσόπουλου ή/και των εκδόσεων Παπαζήση. Ακόμα κι έτσι, ωστόσο, η ανάγκη για μια νέα μετάφραση του Tractatus ήταν (και παραμένει) υπαρκτή, πράγμα το οποίο επεσήμανα ρητά στη βιβλιοκρισία μου και ουδέποτε αμφισβήτησα (σ. 13 της βιβλιοκρισίας).

Στην απάντησή του, ο κ. Γεωργαλλίδης συμπεραίνει ότι με τις επισημάνσεις μου αμφισβητώ ότι πράγματι προέβη σε αναθεώρηση της μετάφρασης του Θ. Κιτσόπουλου (!). Ο βιβλιοκρίτης, γράφει, αμφισβητεί «το γεγονός πως το βιβλίο μου αποτελεί μια σαφώς αναθεωρημένη μετάφραση στην ελληνική» (σ.1). Και συνεχίζει παρουσιάζοντάς μας δείγματα της αναθεώρησης που έκανε. Για τη σιωπηρή οικειοποίησή του μιας ξένης εργασίας, στην αυθαίρετη αναθεώρηση της οποίας προέβη, ο κ. Γεωργαλλίδης δεν γράφει απολύτως τίποτα.

Παρεμπιπτόντως, ως «βιβλίο μου» ο κ. Γεωργαλλίδης εννοεί τη νέα ελληνική έκδοση του Tractatus. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο σφάλμα. Η φράση “το βιβλίο μου” επαναλαμβάνεται στις σ. 2, σ. 4 (ο βιβλιοκρίτης «δεν έχει διαβάσει προσεκτικά την Εισαγωγή του βιβλίου μου»), σ. 8 («θα ανέμενα μια σοβαρή κριτική για το βιβλίο μου») και αλλού. Κατανοώ τη σύγχυσή του, αλλά του υπενθυμίζω ότι το βιβλίο είναι του Βίττγκενσταϊν ενώ η μετάφραση αποτελεί μόχθο του Θ. Κιτσόπουλου. Δεν δικαιούται κατά κανένα τρόπο να μιλάει για “βιβλίο του”.

Στη βιβλιοκρισία μου επεσήμανα επίσης ότι, στην Εισαγωγή του, ο κ. Γεωργαλλίδης δεν κάνει τον κόπο να ενημερώσει τους αναγνώστες του ούτε για την περιπετειώδη ιστορία της έκδοσης του Tractatus, ούτε για τη μετέπειτα πρόσληψή του. Μάλιστα, όπως έδειξα, όχι μόνο δεν παρουσιάζει καν τα στοιχειώδη πραγματολογικά στοιχεία του έργου που έχει αναλάβει, αλλά επιπλέον αντιγράφει σχεδόν κατά λέξη και χωρίς ρητή αναφορά το λήμμα της Βικιπαιδείας για το Tractatus, ήδη στην πρώτη παράγραφο της Εισαγωγής του.

Στην απάντησή του ο κ. Γεωργαλλίδης διαμαρτύρεται ότι τον αδίκησα: η αντιγραφή του, μας λέει, αφορά «προτάσεις οι οποίες περιέχουν βιογραφικά στοιχεία, συνεπώς δεν δηλώνουν φιλοσοφικές ιδέες αλλά βιογραφικά γεγονότα, τα οποία είναι καταγεγραμμένα με αυτόν τον τρόπο σε πολλά βιβλία» (σ. 4). Θεωρεί δηλαδή ότι αυτό του δίνει το δικαίωμα να αντιγράψει κατά λέξη και δίχως βιβλιογραφική παραπομπή ένα ξένο γραπτό. Αυτή η απάντηση ομολογώ ότι με άφησε άναυδο. Υποθέτω ότι με την ίδια συλλογιστική δεν θα ένιωθε καμία αναστολή να αντιγράψει ολόκληρη εργασία, αρκεί φυσικά να μην περιέχει “φιλοσοφικές ιδέες”. Η στάση αυτή είναι ενδεικτική, θεωρώ, της συνολικής στάσης του κ. Γεωργαλλίδη απέναντι στο έργο που έχει αναλάβει.

Στη βιβλιοκρισία μου παρατήρησα ακόμη ότι στην Εισαγωγή του, ο κ. Γεωργαλλίδης αφιερώνει αρκετές σελίδες στην ατεκμηρίωτη παρουσίαση της προσωπικής του ερμηνείας του Tractatus, αντί να ενημερώσει τους αναγνώστες για τη θέση του βιβλίου στη σύγχρονη έρευνα και τις νέες εξελίξεις που το αφορούν. Αυτές οι εξελίξεις, τόσο ως προς την ερμηνεία του βιβλίου όσο και ως προς τον ανορθόδοξο τρόπο σύνταξής του από τον Βίττγκενσταϊν, έχουν αναβιώσει το φιλοσοφικό ενδιαφέρον για το βιβλίο, δίνοντας χαρά σε όσους καταγίνονται με αυτό.

Στην απάντησή του, αφενός για τα ερμηνευτικά ζητήματα ο κ. Γεωργαλλίδης με επιπλήττει, γράφοντας ότι ο βιβλιοκρίτης «μάλλον δεν έχει διαβάσει προσεκτικά την Εισαγωγή του βιβλίου μου» (σ. 4). Αν το είχα μελετήσει προσεκτικότερα, θα έβλεπα ότι έχει τακτοποιήσει το ζήτημα με δυο προτάσεις θαμμένες σε ένα σχόλιο (σ. 4)! Αφετέρου, στην επισήμανσή μου για την έλλειψη αναφορών στα νέα ανατρεπτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο σύνταξης του Tractatus [1], ο κ. Γεωργαλλίδης διαμαρτύρεται ότι δεν του επιτρέπω να αναπτύξει τη δική του «φιλοσοφική σκέψη συνεπώς ούτε γραφή» (σ. 4) και ότι «μια Εισαγωγή δεν μπορεί να τα αναφέρει όλα» (σ. 5). Αλλά αν μια Εισαγωγή δεν αναφέρει την ιστορία του μεταφρασμένου έργου, ούτε τα περί της πρόσληψής του, αλλά ούτε και τα νέα δεδομένα, τότε τι σκοπό έχει; Συμπεραίνει κανείς εύλογα ότι η Εισαγωγή του κ. Γεωργαλλίδη, δεν είναι “Εισαγωγή” παρά μόνο κατ’ όνομα.

Στην απάντησή του, επιπροσθέτως, ο κ. Γεωργαλλίδης δεν φαίνεται να αναγνωρίζει –μολονότι το επεσήμανα στη βιβλιοκρισία– ότι η ελληνική μετάφραση της Εισαγωγής του Ράσελ έχει γίνει από τον Νίκο Γιανναδάκη: ο κ. Γεωργαλλίδης αποδίδει την εν λόγω μετάφραση στον Θ. Κιτσόπουλο (δίχως πάλι να κάνει το παραμικρό σχόλιο για το γεγονός ότι και εδώ έχει αντιγράψει την παλαιότερη μετάφραση). Επιπλέον, μάλλον δεν κατανοεί τι σημαίνει το αίτημά μου για “επισήμανση της σελιδοποίησης του πρωτοτύπου” στην Εισαγωγή του Ράσελ (σ. 5 στη βιβλιοκρισία μου): δεν εννοούμε να σελιδοποιηθεί η εκδοθείσα μετάφραση σε αντιστοιχία με τη σελιδοποίηση του πρωτοτύπου, όπως νομίζει (!) (σ. 5 της απάντησης Γεωργαλλίδη), αλλά να επισημανθεί στα κατάλληλα σημεία του μεταφρασμένου κειμένου η αρίθμηση της σελιδοποίησης του πρωτοτύπου, ούτως ώστε οι παραπομπές στο μεταφρασμένο έργο να επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση και στο πρωτότυπο. Κάτι τέτοιο αποτελεί πλέον συνήθη μεταφραστική πρακτική.

Περί έλλειψης κατανόησης του Tractatus και μη αναγνωσιμότητας της αναθεωρημένης μετάφρασης
Ενδεχομένως ορισμένοι αναγνώστες βρίσκουν τις προηγούμενες επισημάνσεις επουσιώδεις και αναρωτιούνται αν, παρ’ όλ’ αυτά, η αναθεωρημένη μετάφραση έχει κάποια αξία. Στη βιβλιοκρισία μου έδειξα τεκμηριωμένα ότι η απάντηση είναι αρνητική: η αναθεωρημένη μετάφραση αναπαράγει αδικαιολόγητα ορισμένα από τα σοβαρά λάθη της παλαιάς (π.χ. τη μετάφραση του “transzendental” ως “υπερβατικό”), αποπροσανατολίζει την ερμηνεία προς άσχετες κατευθύνσεις (με αχρείαστα μυστηριώδεις όρους όπως “αληθότητα” και “μη-πράγμα”, αλλά και τον όρο “μυστικιστικό” με όλες τις παραπλανητικές συμπαραδηλώσεις του στα ελληνικά), ενώ προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη επινοώντας ερμηνευτικά προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν (π.χ. με τον τρακταριανό όρο “λογική εικόνα”).

Στην απάντησή του, ο κ. Γεωργαλλίδης υπερασπίζεται την αναθεώρησή του καταγράφοντας ορισμένα από τα ελαττώματα της παλαιάς μετάφρασης και επιδεικνύοντας τις διορθώσεις του. Η λίστα του αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για τον μεταφραστή του Tractatus στα ελληνικά. Μάλιστα, μια τέτοια καταγραφή (φυσικά, στην ολοκληρωμένη της μορφή) θα όφειλε να συμπεριληφθεί ως παράρτημα στην έκδοση μιας γνήσιας αναθεωρημένης μετάφρασης του Tractatus. Σε αυτήν ανήκουν και ορισμένα σοβαρά λάθη της παλαιάς μετάφρασης, τα οποία αναπαράγει και ο ίδιος ο κ. Γεωργαλλίδης στην αναθεωρημένη του εκδοχή –και για τα οποία στην απάντησή του παραμένει ως συνήθως σιωπηλός. Αλλά θεωρώ μια τέτοια καταγραφή απολύτως ανεπαρκή ως ανταπάντηση στη βιβλιοκρισία μου. Επαναλαμβάνω ότι τα ελαττώματα που ο κ. Γεωργαλλίδης καταλογίζει στην παλαιά μετάφραση δεν τα αμφισβήτησε κανείς. Προς τι λοιπόν η εκτενής αναφορά στα λάθη του Κιτσόπουλου; Την αναθεώρηση του κ. Γεωργαλλίδη έκρινα, όχι τη μετάφραση του Κιτσόπουλου. Σχετικά με τα ελαττώματα της πρώτης οφείλει ο κ. Γεωργαλλίδης να απαντήσει. Δεν το κάνει.

Δυστυχώς όμως για τον κ. Γεωργαλλίδη, η λίστα των διορθώσεων που έκανε αποκαλύπτει και τις αφελείς μεταφραστικές αρχές που ακολούθησε κατά την αναθεώρησή του. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μία και μόνη αρχή: ο κ. Γεωργαλλίδης, με τον ενθουσιασμό και την αφέλεια του νεοφώτιστου, εφαρμόζει τυφλά (δηλαδή άκριτα και μηχανικά) τις παρατηρήσεις που έκανε ο Βίττγκενσταϊν στον Όγκντεν, τον Άγγλο μεταφραστή του Tractatus, για την αγγλική μετάφραση του βιβλίου του [2]. Σε αυτή την τυφλή εφαρμογή έγκειται ως επί το πλείστον η αναθεώρησή του.

Προκαλεί αμηχανία το γεγονός ότι ο κ. Γεωργαλλίδης αποδίδει μια τέτοια αυθεντία στις παρατηρήσεις του Βίττγκενσταϊν στον Όγκντεν. Όταν πρόκειται για τη μετάφραση του Tractatus (σε αντιδιαστολή με την ερμηνεία), η άκριτη στήριξη στις παρατηρήσεις του Βίττγκενσταϊν είναι εντελώς αδικαιολόγητη: οι εν λόγω βιττγκενσταϊνικές παρατηρήσεις αποτελούν κυρίως ερμηνευτικές παρατηρήσεις του Βίττγκενσταϊν προς τον μεταφραστή του Tractatus στα αγγλικά –όχι γραμματικές υποδείξεις περί της ορθής μετάφρασης σε μια άλλη γλώσσα (πράγμα εύλογο, αφού ο Βίττγκενσταϊν είχε ως μητρική του γλώσσα τα γερμανικά)–, άρα δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτομάτως ως θέσφατο για μια μετάφραση στα ελληνικά. Συχνά μάλιστα ο ίδιος ο Βίττγκενσταϊν επισημαίνει την ανεπάρκεια των υποδείξεών του και την αδυναμία του να μεταφράσει με ακρίβεια τη σκέψη του στα αγγλικά (LO, σ. 24), δηλώνει προτιμήσεις και όχι απαιτήσεις (LO, σ. 36), ενώ ενίοτε παραδέχεται ότι εισηγείται ακόμα και αλλαγές στο ίδιο το πρωτότυπο (LO, σ. 19)! Εξαιτίας αυτής της μη συστηματικής απόπειρας του Βίττγκενσταϊν να αναθεωρήσει ακόμα και το ίδιο το βιβλίο του κατά τη μετάφρασή του στα αγγλικά, οι παρατηρήσεις του στον Όγκντεν είναι περιβόητες για την αναξιοπιστία τους: ο ίδιος ο Βίττγκενσταϊν άλλαξε άποψη αργότερα για ορισμένες από αυτές, άλλες αντιφάσκουν μεταξύ τους, ενώ πολλές από αυτές τις υποδείξεις ο Όγκντεν σοφά δεν τις ακολούθησε, διότι η μετάφραση θα έπασχε ως προς την αναγνωσιμότητά της –δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί ως αγγλικό κείμενο, δηλαδή ακριβώς ως μετάφραση [3].

Ούτε πάλι ο κ. Γεωργαλλίδης δικαιολογεί γιατί αυτές οι παρατηρήσεις πρέπει να εφαρμοστούν με τον άκριτο και μηχανικό τρόπο που το κάνει ο ίδιος στην αναθεώρησή του. Όπως ανέφερα αρχικά, αυτή η τυφλή προσήλωση του κ. Γεωργαλλίδη στις παρατηρήσεις του Βίττγκενσταϊν έχει ενίοτε αποτελέσματα αντίθετα από εκείνα που ο κ. Γεωργαλλίδης επιδιώκει: λ.χ. στη βιβλιοκρισία μου (σ. 12) ισχυρίστηκα ότι ο κ. Γεωργαλλίδης δεν εμφανίζεται να έχει την απαραίτητη τεχνική κατάρτιση για να μεταφράσει το Tractatus· βασίστηκα στο γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι όταν, σε ένα επεξηγηματικό σχόλιο, εξηγεί την πρόταση 4.1272, όπου στη φράση «Υπάρχουν אο αντικείμενα» εμφανίζεται το μαθηματικό σύμβολο για το πρώτο καντοριανό άπειρο, “אο”, ο κ. Γεωργαλλίδης εξηγεί τη σημασία του μαθηματικού συμβόλου ως «ένα εβραϊκό γράμμα το οποίο χρησιμοποιείται στα Μαθηματικά για να εκφράσει έναν άπειρο αριθμό». Αλλά κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με το να νομίζει κανείς ότι εξηγεί τι είναι ο αριθμός π λέγοντας ότι είναι “ένα ελληνικό γράμμα το οποίο χρησιμοποιείται στα Μαθηματικά για να εκφράσει έναν αριθμό”! Ο κ. Γεωργαλλίδης, συμπέρανα, δεν καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται για γράμμα αλλά για μαθηματικό σύμβολο και δεν δείχνει καν να κατανοεί τη λειτουργία του δείκτη “0”. Στην απάντησή του, ο κ. Γεωργαλλίδης γράφει: «Μάλλον ο Μ.Θ. σε αυτό το σημείο διαφωνεί με τη σχετική εξήγηση την οποία δίνει ο Βίττγκενσταϊν στον Όγκντεν: “Αντί ‘Υπάρχουν Χ αντικείμενα’ πρέπει να είναι ‘Υπάρχουν אο αντικείμενα’ όπου אο είναι ένα εβραϊκό γράμμα Alephμε την κατάληξη ο να χρησιμοποιείται στα Μαθηματικά για έναν άπειρο αριθμό» (σ. 8). Η απάντηση αυτή αποκαλύπτει έκδηλα τη σύγχυση του κ. Γεωργαλλίδη: ο κ. Γεωργαλλίδης δεν καταλαβαίνει ότι ο Βίττγκενσταϊν εδώ δεν δίνει εξήγηση της σημασίας του μαθηματικού συμβόλου αλλά κάνει υπόδειξη στον μεταφραστή ποιο τυπογραφικό σύμβολο να χρησιμοποιήσει (το “אο” και όχι το “X”). Συγκρίνοντας μάλιστα τη διατύπωση του Βίττγκενσταϊν με αυτή του κ. Γεωργαλλίδη στο επεξηγηματικό του σχόλιο, διαπιστώνει κανείς και την απρόσεκτη “αναθεώρηση” που κάνει στη διατύπωση του Βίττγκενσταϊν: ο κ. Γεωργαλλίδης δεν μπήκε καν στον κόπο να ερευνήσει τη σημασία του συμβόλου· “αναθεώρησε” απλώς την παρατήρηση του Βίττγκενσταϊν στον Όγκντεν και την πρόσθεσε ως δικό του επεξηγηματικό σχόλιο! Σε τέτοιες μανούβρες έγκειται η “συνεισφορά” της αλληλογραφίας Βίττγκενσταϊν-Όγκντεν στην αναθεώρηση του κ. Γεωργαλλίδη.

Δείχνοντας μια τέτοια άκριτη προσήλωση στις βιττγκενσταϊνικές παρατηρήσεις, ο κ. Γεωργαλλίδης μοιάζει πλέον να έχει λησμονήσει ότι μεταφράζει στα ελληνικά. Απεναντίας, συγχαίρει τον εαυτό του επειδή λαμβάνει τυφλά υπ’ όψιν του αυτές τις ερμηνευτικές υποδείξεις, και αντίθετα ακόμα και με τον Όγκντεν –και μάλιστα πρώτος μεταξύ όλων των μεταφραστών του Tractatus παγκοσμίως!– θυσιάζει τη γραμματική ακεραιότητα και την αναγνωσιμότητα του βιβλίου, προκειμένου να σταθεί τάχα στο ύψος των ερμηνευτικών υποδείξεων του Βίττγκενσταϊν (όπως φυσικά ο ίδιος ο κ. Γεωργαλλίδης τις καταλαβαίνει). Η πρακτική αυτή δείχνει μεταφραστική απειρία: αδικεί το ίδιο το Tractatus και προδίδει για άλλη μια φορά την αδιαφορία του κ. Γεωργαλλίδη για τους αναγνώστες του. Ενδεχομένως γι’ αυτόν τον λόγο η αναθεώρηση του κ. Γεωργαλλίδη βρίθει αγγλισμών, ακκισμών και κακόηχων ελληνικών, εξαιτίας των οποίων –και πέρα από τα σοβαρά σφάλματα κατανόησης– δυσχεραίνεται αχρείαστα η ανάγνωση του Tractatus.

Καταληκτικά σχόλια
Στη βιβλιοκρισία μου έδειξα τεκμηριωμένα ότι η νέα έκδοση του Tractatus από τον κ. Γεωργαλλίδη αποτελεί αντιγραφή, οικειοποίηση, αναθεώρηση και έκδοση ξένης μεταφραστικής εργασίας δίχως επισήμανση (και ενδεχομένως δίχως άδεια), ενώ προδίδει συστηματική αδιαφορία για τον αναγνώστη του και έλλειψη κατανόησης του Tractatus, με αποτέλεσμα τη μη αναγνωσιμότητα της αναθεωρημένης μετάφρασης. Ο κ. Γεωργαλλίδης ολοκληρώνει την απάντησή του προσάπτοντάς μου τη δυσερμήνευτη κατηγορία ότι με τις επισημάνσεις μου αυτές, η βιβλιοκρισία δεν «δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να σκεφτεί» (σ. 8). Υποθέτω ότι εννοεί πως οι επισημάνσεις μου εμποδίζουν τον αναγνώστη να προσλάβει αμερόληπτα την αναθεώρηση του κ. Γεωργαλλίδη, αμόλυντη, τρόπον τινά, από το βλέμμα και τη μέριμνα του ειδικού αναγνώστη.

Αυτή η κατηγορία προδίδει, κατά τη γνώμη μου, αμηχανία –την αμηχανία στην οποία έχει περιέλθει ο κ. Γεωργαλλίδης άπαξ και έγιναν γνωστές οι, για να το θέσω επιεικώς, ερασιτεχνικές του μανούβρες. Η βιβλιοκρισία μου στο περιοδικό Κριτικά εντάσσεται σε ένα πλαίσιο ευθύνης του ειδικού αναγνώστη απέναντι στο μη ειδικό αναγνωστικό κοινό και την εγχώρια φιλοσοφική κοινότητα. Εάν ο κάθε κ. Γεωργαλλίδης μπορεί να επικαλείται ανενόχλητος τη «δυνατότητα του αναγνώστη να σκεφτεί» για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, τότε το αναγνωστικό κοινό αλλά και κάθε μεταφραστής και ερευνητής στη χώρα μας είναι, εν τέλει, εντελώς απροστάτευτοι.


Σημειώσεις:
[1] Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της βιβλιοκρισίας μου και της απάντησης του κ. Γεωργαλλίδη, κυκλοφόρησαν δύο επιπλέον άρθρα πάνω στο θέμα (βλ. το τρέχον τεύχος του Nordic Wittgenstein Review 5 [Δεκέμβριος 2016], διαθέσιμο δωρεάν στο διαδίκτυο), πράγμα που δείχνει την επικαιρότητα του θέματος.
[2] L. Wittgenstein, Letters to C.K. Ogden (επιμ. G. H. von Wright· Oxford: Blackwell 1973)· στο εξής: LO.
[3] Βλ. σχετικά E. Stenius, «Wittgenstein and Ogden. Review of Letters to C. K. Ogden; with Comments on the English Translation of the Tractatus Logico-Philosophicus by Ludwig Wittgenstein, F. P. Ramsey, G. H. von Wright», The Philosophical Quarterly 25 (1975), σ. 62-8.



Δημοσιεύθηκε: 7.1.2017

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Θεοδοσίου, Μ.: Ανταπάντηση στην απάντηση του Α. Γεωργαλλίδη σε μια βιβλιοκρισία του Μ. Θεοδοσίου, Κριτικά 2016-08, <http://www.philosophica.gr/critica/2016-08.html>.



ISSN 1791-776X