Pdf

2020-03

Ντελμπός: Από τον Καντ στους επιγόνους του

Βικτόρ Ντελμπός [Victor Delbos]: Από τον Καντ στους επιγόνους του (μετάφραση Βάιος Ντάφος). Αθήνα: Αμολγός 2017, 330 σ., 17 €.



Κρίνει ο Χάρης Σταμπουλής (ΑΠΘ)
charisstampoulis@yahoo.com


Με την παρούσα έκδοση το εγχώριο φιλοσοφικό κοινό αποκτά τη δυνατότητα προσέγγισης της νεότερης γερμανικής φιλοσοφίας μέσα από την ερμηνευτική ματιά ενός εκ των πρωτοπόρων μελετητών της, καθώς και της εν γένει ηπειρωτικής φιλοσοφίας, του Βικτόρ Ντελμπός (1862-1916). Στο πρώτο μέρος της έκδοσης περιλαμβάνεται η μελέτη Από τον Καντ στους επιγόνους του, έργο βασισμένο σε πανεπιστημιακές παραδόσεις του Ντελμπός το έτος 1909 και εκδοθέν το 1940. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην καντιανή φιλοσοφία, περικλείοντας δυο σημαντικές εργασίες του Γάλλου μελετητή: Η έννοια της εμπειρίας στην φιλοσοφία του Καντ και Για τη διαμόρφωση της ιδέας των a priori συνθετικών κρίσεων στον Καντ.

Δεδομένου ότι από την εποχή του Ντελμπός έχει κυλήσει άφθονο νερό στο αυλάκι της έρευνας για τη νεότερη γερμανική φιλοσοφία, ο σύγχρονος αναγνώστης είναι πιθανό και εύλογο να αμφισβητήσει την επικαιρότητα και τη χρησιμότητα της έκδοσης ορισμένων τόσο παλαιών κειμένων. Τις απαντήσεις επί του προκειμένου τις δίδει ο ίδιος ο Ντελμπός με τη βαθύνοια του λόγου του, όπως αυτή αναδεικνύεται σε σωρεία διεισδυτικών ερμηνευτικών και κριτικών παρατηρήσεων, από τις οποίες ο σύγχρονος ερευνητής, παρ’ όλη την μεγάλη χρονική απόσταση, έχει να ωφεληθεί τα μέγιστα.

Η τελευταία αξιολογική μου αποτίμηση επιβεβαιώνεται από το πρώτο κιόλας τμήμα του πρώτου μέρους της έκδοσης, όπου ο Ντελμπός πραγματεύεται τη σχέση της καντιανής κριτικής με τον επιγενόμενο θεωρησιακό ιδεαλισμό. Μολονότι διαφωνώ με την καταστατική θέση του συγγραφέα ως προς την υφή της θεωρητικής ανάπτυξης αυτής της σχέσης, δηλαδή με την αξιωματικά διακηρυγμένη άποψή του ότι η εν λόγω σχέση δεν ανακλά την αναγκαιότητα μιας αυτόνομης εννοιολογικής πρόβασης, αλλά καθορίζεται πρωτίστως από τη δράση συγκυριακών ψυχολογικών και κοινωνικών αιτιών, παρά ταύτα δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω την εκ μέρους του ορθοτόμηση των κομβικών εξελικτικών της σταδίων.

Η πραγμάτευση εκκινεί από τη σχέση του Καντ με την παραδοσιακή μεταφυσική και τη θεωρητική επεξήγηση της σταδιακής του απομάκρυνσης από αυτήν, διά μέσου ορισμένων αποφασιστικών συλλήψεων: την απόσπαση του Είναι από το πλήθος των κατηγορημάτων μιας έννοιας, τη διαφορά της λογικής αντίφασης από την πραγματική αντίθεση, την απουσία νοητικής εποπτείας, που θα καθιστούσε το πράγμα καθ’ εαυτό προσπελάσιμο από τον πεπερασμένο νου. Ο Ντελμπός δείχνει την αντίδραση των επιγόνων στις εν λόγω θεμελιακές καντιανές συλλήψεις, η οποία κυμαίνεται από τον επαναπροσδιορισμό τους μέχρι και τη ριζική απόρριψή τους. Μεταξύ των επιγόνων και ιδιαίτερα ως προς την κριτική ανασκευή της έννοιας του πράγματος καθ’ εαυτό μνημονεύεται και η κρίσιμη παρέμβαση στοχαστών, βυθισμένων σήμερα στη λήθη, όπως οι Ράινχολντ (Karl Reinhold), Μάιμον (Salomon Maimon), Σούλτσε (G. E. Schulze), Γιακόμπι (F. H. Jacobi) κ.ά. Στον ορίζοντα τούτων των θεωρητικών διεργασιών σύντομα ανατέλλει η καταλυτική για τις μετέπειτα εξελίξεις φιλοσοφική μορφή του Φίχτε. Η από πλευράς του κατάδειξη της ασυνέπειας της έννοιας του πράγματος καθ’ εαυτό, σε συνδυασμό με την κατάφαση στη δυνατότητα νοητικής εποπτείας, εγκαινιάζει έναν φιλοσοφικό λόγο βαθμηδόν αποδεσμευόμενο από τη διαφορά μορφής-περιεχομένου, που χαρακτηρίζει τις φιλοσοφίες της παράστασης, από τις οποίες ο Καντ δεν δύναται να αποσπαστεί ολοκληρωτικά. Η φιχτεϊκή θεώρηση είναι η πρώτη που απεργάζεται τους όρους μεταποίησης της υπερβατολογικής φιλοσοφίας σε θεωρησιακή και η πρώτη που με αρκετή επιτυχία πραγματώνει την ιδέα ενός αυτόνομου φιλοσοφικού λόγου, ο οποίος είναι σε θέση να παράγει και να διατάσσει τον εαυτό του εκ των ένδον και, ούτως, να πραγματοποιεί το για τον Καντ απρόσιτο και απλώς ρυθμιστικό ιδανικό του φιλοσοφικού συστήματος.

Μέσα από μια ακολουθία κρίσιμων διαγνώσεων ο Ντελμπός αναδεικνύει με ενάργεια τη σημασία της απόκρουσης του καντιανού πράγματος καθ’ εαυτό στη φιχτεϊκή Επιστημολογία σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα της έλλογης μορφής, ή, εναλλακτικά, του απόλυτου Εγώ, να γίνεται πλέον θεατή όχι απλώς ως δεδομένη πρώτη αρχή και θεμέλιο, αλλά πολλώ μάλλον ως ενεργή πράξη αυτοθεμελίωσης εν σχέσει τόσο προς την τυπική όσο και προς την κατά περιεχόμενο διάστασή της. «Η Επιστημολογία κατέδειξε ότι η αυτοσυνείδηση δεν καθορίζει μόνο κάθε συνείδηση, αλλά ακόμη και το περιεχόμενό τους. Με αυτόν τον τρόπο, ο Φίχτε αφαίρεσε ριζικά από τον καντιανισμό κάθε εμπόδιο στην ιδέα μιας άπειρης παραγωγικότητας του Εγώ. Η φιλοσοφία του είναι εχθρός του πράγματος, της άκαμπτης πραγματικότητας, της παυμένης βεβαιότητας», παρατηρεί εύστοχα στη συνάφεια αυτή ο Ντελμπός (σ. 107).

Τα παραπάνω απαντώνται στο δεύτερο τμήμα του πρώτου μέρους της έκδοσης υπό τον τίτλο Η πρώτη αρχή, όπου και εξετάζονται οι θεωρήσεις του Φίχτε, του Σέλλινγκ και του Χέγκελ επί του προβλήματος της θεμελίωσης του φιλοσοφικού συστήματος. Αν για τον Φίχτε η πρώτη αρχή συμπίπτει με την εαυτοθεσία και την παραγωγική συνθετική αυτενέργεια του Εγώ, ο Σέλλινγκ, προσφεύγοντας με κριτικό τρόπο στον Σπινόζα, θεωρεί καθοριστικό συντελεστή ολοκλήρωσης του φιλοσοφικού συστήματος την εισαγωγή μιας φιλοσοφίας της φύσης στους κόλπους του. Η αυτενέργεια δεν αποδίδεται αποκλειστικά στο υποκειμενικό Εγώ. Απεναντίας ενοικεί και στην αντικειμενικότητα του φυσικού κόσμου. Ως εκ τούτου, πρώτη αρχή της φιλοσοφίας καθίσταται η α-διαφορά της υποκειμενικής και της αντικειμενικής συνιστώσας του Όλου. Η αυτενέργεια της φύσης, ήδη εισαχθείσα από τον Καντ εν είδει υποκειμενικής ευρετικής αρχής, σε διαστολή προς την υποκειμενική αυτενέργεια της νοητικής εποπτείας, όπως αυτή εκτίθεται στο Σύστημα του Υπερβατολογικού Ιδεαλισμού, συνιστούν, με άλλα λόγια, τις δυο όψεις της ενιαίας οντότητας του όντος, η οποία ίσταται αδιάφορη απέναντι στην αντίθεσή τους και απρόσμικτη από αυτήν. Η σύλληψη του απολύτου με όρους ακραιφνούς ταυτότητας θα εγείρει όμως την ένσταση του Χέγκελ, ο οποίος θα αναπτύξει τη φιλοσοφία του προικίζοντας το απόλυτο με ενδημική διαφορά και αρνητικότητα.

Με την εγελιανή φιλοσοφία το υπερβατολογικό πρόγραμμα ριζοσπαστικοποιείται. Στο επίκεντρο της κριτικής δεν τίθεται πλέον μόνο η δογματική μεταφυσική και ο εμπειρισμός αλλά και η ίδια η κριτική φιλοσοφία. Για την ακρίβεια, μολονότι ο Καντ εισάγει ορθώς αυτενέργεια στη λογική μορφή, το γεγονός ότι η κατά περιεχόμενο εξατομίκευσή της χρειάζεται τη μεσολάβηση του άμεσου ατομικού της εποπτείας για να συντελεστεί καθιστά την αυτενέργειά της τυπική, ανίκανη για εγγενή αυτοπραγμάτωση και αείποτε δέσμια του αλλότριου πράγματος. Ως εκ τούτου, από τη μια πλευρά έχουμε την άμεση και άκριτη υιοθέτηση των νοητικών κατηγοριακών μορφών, από την άλλη πλευρά την εξίσου άμεση και άκριτη υιοθέτηση του πράγματος καθ’ εαυτό, με αμφότερες τις πλευρές να αποτελούν κατάλοιπα της κατά τα άλλα κριτικώς ελεγχόμενης από τον Καντ οντολογίας. Η εγελιανή πρόσληψη της κριτικής φιλοσοφίας, αφενός μεν συντάσσεται με αυτήν στην πολεμική κατά της δογματικής οντολογίας, αφετέρου όμως αποβλέπει και στην αποκάθαρση του ίδιου του κριτικισμού από τις ακρίτως παραδεδεγμένες προϋποθέσεις του. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, τούτο το διττό κριτικό πρόγραμμα μπορεί να επιτευχθεί, όπως επισημαίνει ο Ντελμπός, μόνο αν πάψουμε να συλλαμβάνουμε την κριτική του λόγου ως πρότερη της γνώσης των πραγμάτων και κατανοήσουμε τη συγκρότηση του αντικειμενικού πράγματος ως την εξαντικειμένιση της αυτοκριτικής που διαπράττει ο λόγος.

Στο τρίτο τμήμα του πρώτου μέρους της έκδοσης το ενδιαφέρον εστιάζεται στην μέθοδο απόδειξης στους Φίχτε, Σέλλινγκ και Χέγκελ. Στο τμήμα αυτό ο συγγραφέας εξακολουθεί να θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, προβαίνοντας σε πολλές διαφωτιστικές ερμηνευτικές διαπιστώσεις, με τις αξιολογότερες από αυτές, κατά τη γνώμη μου, να αφορούν τη φιλοσοφία του Φίχτε. Στο παρόν συγκείμενο αναδεικνύονται με διαύγεια οι πιο θεμελιακές φιχτεϊκές παρεμβάσεις (όπως, λόγου χάρη, η ενσωμάτωση του πράγματος στην αυτοκινησία της Reflexion και η τριαδική σύσταση της παραγωγικής συνθετικής όδευσης της τελευταίας), δυνάμει των οποίων ο Φίχτε μπορεί δικαίως να θεωρείται ο πατέρας της διαλεκτικής μεθόδου, όπως παραδέχεται και ο Χέγκελ. Με τη συνθετική του μέθοδο ο Φίχτε θεωρεί πως κατορθώνει να αποκρυπτογραφήσει οριστικά το αίνιγμα των καντιανών a priori συνθετικών κρίσεων, διεκδικώντας, εκ παραλλήλου, και σε αντίθεση με τον Καντ, την αυτονόμηση του φιλοσοφικού λόγου από τη συγκυρία της εμπειρίας, καθ’ όσον ο μέσος όρος που διενεργεί τη σύνθεση δεν προσλαμβάνεται θύραθεν, αλλά ανακύπτει εκ των ένδον, δηλαδή από την ενδιάθετη τάση του λόγου να επιλύει τις εγγενείς αντιφάσεις του. Η ραχοκοκαλιά της σκέψης του Φίχτε υιοθετείται από τον Χέγκελ και ευρίσκει την κριτική της επαναδιατύπωση στην δική του κλασική μορφοποίηση της θεωρησιακής διαλεκτικής μεθόδου. Ο Χέγκελ, μάλιστα, σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες ταλαντεύσεις των Φίχτε και Σέλλινγκ, θα εξακολουθήσει να βαδίζει στο ίδιο φιλοσοφικό μονοπάτι και να επεξεργάζεται τις προεκτάσεις του μέχρι τα έσχατα της ζωής του.

Υπήρξαν, εν τούτοις, στη νεότερη γερμανική φιλοσοφία στοχαστές, οι οποίοι ουδέποτε διανοήθηκαν να μετέλθουν τις θεωρησιακές εμπνεύσεις των μεγάλων ιδεαλιστών (Φίχτε, Σέλλινγκ, Χέγκελ) ως οδοδείκτη στα δικά τους φιλοσοφικά εγχειρήματα. Οι πιο σημαίνοντες από αυτούς είναι, κατά τον Ντελμπός, ο Σοπενχάουερ και ο Χέρμπαρτ, αν κρίνουμε από την επιλογή του να αφιερώσει το τέταρτο και τελευταίο τμήμα της μελέτης του για τον Καντ και τους επιγόνους του (πρώτο μέρος της έκδοσης) στη φιλοσοφία τους, η οποία εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως η αντίδραση στον θεωρησιακό ιδεαλισμό. Πράγματι, διά της φιλοσοφίας του Σοπενχάουερ, γνωστού θεωρητικού εχθρού των Φίχτε και Χέγκελ, συντελείται μια σχεδόν ολική επαναφορά στον Καντ και στη φιλοσοφία της παράστασης. Ο τίτλος και μόνο του βασικού έργου του Σοπενχάουερ (Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση) μαρτυρά του λόγου το αληθές. Στο εν λόγω έργο ο καντιανός διαχωρισμός του φαινομένου και του πράγματος καθ’ εαυτό επανακάμπτει, στο πλαίσιο μιας θεώρησης που σχεδόν εξομοιώνει την έννοια του πράγματος καθ’ εαυτό με την πλατωνική Ιδέα, ορίζοντας ως περιεχόμενό της τη βούληση ή πιο συγκεκριμένα την τυφλή βούληση για ζωή. Ο Χέρμπαρτ, από την πλευρά του, παρ’ όλο τον ομολογημένο καντιανισμό του, τελικά καταλήγει σε μια ιδιαζόντως ρεαλιστική φιλοσοφική θεώρηση, αξιοποιώντας περισσότερο τα πορίσματα της πρώτης καντιανής κριτικής και διατηρώντας αποστάσεις από εκείνα της τρίτης, καθώς αναγνωρίζει σε αυτά το σπέρμα των διανοημάτων εκείνων, που σύντομα θα υποκινούσαν τη θεωρησιακή εκτροπή. Ορισμένα ειδοποιά στοιχεία της σκέψης του Χέρμπαρτ είναι η προσήλωση στην εμπειρία, η εισαγωγή μεθόδων για την διασαφήνιση των εννοιών και η καντιανής εμπνεύσεως παραδοχή της αγνωσιμότητας του πράγματος καθ’ εαυτό. Η ανασύνθεση τούτων των θεωρήσεων από την πένα του Ντελμπός γίνεται και πάλι με δεξιοτεχνία. Τοιουτοτρόπως, η υπό κρίση έκδοση συμβάλλει, συν τοις άλλοις, στην οικείωση του εγχώριου φιλοσοφικού κοινού με έναν ακόμη παραγνωρισμένο Γερμανό φιλόσοφο του 19ου αιώνα.

Φρονώ, όμως, ότι ίσως το μεγαλύτερο κομμάτι της συμβολής της έκδοσης στην τρέχουσα φιλοσοφική έρευνα οφείλεται στην επισύναψη των δύο κειμένων του Ντελμπός για τον Καντ που αποτελούν το δεύτερο μέρος του βιβλίου.

Στο πρώτο κείμενο, Η έννοια της εμπειρίας στην φιλοσοφία του Καντ, ο Ντελμπός επιχειρεί να φέρει στο φως ορισμένες καίριες δυσκολίες αναφορικά με τη νοηματοδότηση της έννοιας της εμπειρίας στον Καντ, διατυπώνοντας παράλληλα τις δικές του προτάσεις για την άμβλυνσή τους. Με δεδομένο ότι η έννοια της εμπειρίας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην καντιανή γνωσιοθεωρία, εφόσον το σύνολο της υπερβατολογικής φιλοσοφίας συνοψίζεται στο ερώτημα περί της δυνατότητας της εμπειρίας, η υπό πραγμάτευση θεματική έχει αφ’ εαυτού της βαρύνουσα σημασία, ο δε συγγραφέας καταφέρνει να την καταστήσει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, εισάγοντας στην εξίσωση και μια επί του προκειμένου σύγκριση με τον αγγλικό εμπειρισμό. Σύμφωνα με τον Ντελμπός, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αγγλικού φαινομενισμού είναι ο ψυχολογικός ρεαλισμός του, ήτοι η πεποίθησή του ότι τα πιο ασφαλή αντικείμενα γνώσης είναι τα δεδομένα της συνείδησης και τα είδη της αλληλουχίας τους, με αποτέλεσμα η επιστήμη της ψυχολογίας να τείνει να αποτιμάται ως το μέτρο όλων των υπολοίπων επιστημών. Το κεντρικό ερώτημα που εγείρεται εδώ αφορά στο εάν ο Καντ συμμερίζεται την θέση αυτή, αρκούμενος σε μια απλή συμπλήρωσή της.

Η απάντηση του Ντελμπός είναι αρνητική. Κατά τον ίδιο η φυσική επιστήμη και όχι η ψυχολογία αποτελεί για τον Καντ το επιστημονικό πρότυπο των άλλων επιστημών. Ο λόγος τούτης της πρόκρισης έγκειται στην επιστημολογική υπεροχή της εξωτερικής από την εσωτερική εποπτεία. Πιο συγκεκριμένα, ο Ντελμπός υποστηρίζει ότι η εφαρμογή των a priori συνθετικών κρίσεων απαιτεί την παρουσία ενός σταθερού αντικειμένου, στο οποίο μπορούν να αποδοθούν οι κατηγορίες της υπόστασης και της αιτιότητας. Ένα τέτοιου είδους αντικείμενο εδρεύει όμως στον χώρο και όχι στον χρόνο, άρα δίδεται στην εξωτερική εποπτεία της φυσικής επιστήμης και όχι στην εσωτερική της ψυχολογίας. Στον αντίποδα, η ρευστότητα των καταστάσεων της εσωτερικής εποπτείας της ψυχολογικής γνώσης δεν συνιστά καλό αγωγό για την συνθετική ανακατασκευή τους με όρους υποστατικής και αιτιώδους σχέσης. Ο Ντελμπός επίσης προσθέτει πως το απρόσφορο της ψυχής για την υπερβατολογική της συγκρότηση δυνάμει νόμων μηχανιστικής αιτιότητας λόγω της ακαθόριστης ρευστότητας των καταστάσεών της ουδόλως εκλαμβάνεται από τον Καντ ως άλλοθι ώστε να αποδώσει σε αυτήν δογματικά το κατηγόρημα της ελευθερίας. Σύμφωνα με τις καταστατικές αρχές του κριτικού ιδεαλισμού, η ελευθερία συνιστά μια έλλογη ιδέα και ως τέτοια στερείται νομιμοποίησης αναφορικά με τον προσδιορισμό των εμπειρικών φαινομένων.

Η κατακλείδα του βιβλίου επιφυλάσσει το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον κείμενο Για τη διαμόρφωση της ιδέας των a priori συνθετικών κρίσεων στον Καντ. Εδώ ο Ντελμπός επιχειρεί να ανασυνθέσει τα κεντρικά σημεία της θεωρητικής τροχιάς που σταδιακά οδηγούν τον προκριτικό Καντ στην ώριμη θεωρία του για τις συνθετικές a priori κρίσεις. Αρχικά ιχνογραφούνται οι όροι της βαθμιαίας απομάκρυνσης του Καντ από τον κλασικό ορθολογισμό, διά μέσου της άρνησής του να περιλάβει την οντότητα στα ενύπαρκτα κατηγορούμενα μιας έννοιας, καθώς και της διαπίστωσης ότι οι νόμοι της λογικής και οι νόμοι του πραγματικού πόρρω απέχουν από το να ταυτίζονται. Εν τούτοις, ο ορθολογισμός εν τέλει ανασυστήνεται στη σκέψη του Καντ, κριτικός αυτή τη φορά, με τη σύλληψη της έννοιας των συνθετικών a priori κρίσεων. Κατά την ερμηνεία του Ντελμπός, από την αρχική θέση του Καντ ότι όλες οι κρίσεις είναι αναλυτικές και υπό την επίδραση των μαθηματικών προτάσεων ο φιλόσοφος καταλήγει στις θέσεις της κριτικής περιόδου: ότι δηλαδή οι εμπειρικές κρίσεις είναι συνθετικές, ενώ οι προεμπειρικές διακρίνονται σε αναλυτικές (τυπική λογική) και συνθετικές (υπερβατολογική λογική).

Καταλήγοντας, θεωρώ πως η μετάφραση του Βάιου Ντάφου είναι εξαιρετική, πλην όμως χρειάζονται οι παρακάτω λιγοστές παρατηρήσεις αναφορικά με την απόδοση ορισμένων φιλοσοφικών όρων στη νεοελληνική. Η έλλειψη χώρου δυστυχώς με υποχρεώνει να κάνω μόνο τηλεγραφική διατύπωση τούτων των παρατηρήσεων, δίχως να προβώ σε επισταμένη αιτιολόγησή τους. Πρώτον, αντί του επιθέτου «εμμενής», όπως αυτό συνήθως χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή προς το «υπερβατικός», προτείνω το επίθετο «ενδιάθετος» (καθ’ υπόδειξη του Θεόδωρου Πενολίδη, έπειτα από έρευνα στο Λεξικό του Δημητράκου, το εμμενής ουδόλως αποδίδει τη σημασία του εγγενούς, του ενδοφυούς, του ενυπάρχοντος κ.τ.λ.· αντιθέτως εμμενής σημαίνει επίμονος). Δεύτερον, αντί της «πρωταρχικής ενότητας της αντίληψης» (σ. 96) προτείνω «πρωταρχική ενότητα της κατάληψης ή της συγκατάληψης». Τρίτον, αντί του «στοχαστική κρίση» (σ. 122) προτείνω «αναλογιστική ή διαλογιστική κρίση». Τέταρτον, αντί του όρου «σοκ» (για την απόδοση του φιχτεϊκού όρου «Anstoss», σ. 164) προτείνω τον όρο «πρόσκρουσμα». Πέμπτον, αντί του επιθέτου «εποπτικός» (σ. 220) προτείνω το επίθετο «εποπτειακός». Τέλος, ας μου επιτραπεί να σημειώσω και δύο σφάλματα χρήσης των φιλοσοφικών όρων, για τα οποία όμως δεν ευθύνεται ο μεταφραστής αλλά ο συγγραφέας. Συγκεκριμένα, αντί του επιθέτου «υπερβατολογικός» (σ. 39, 264), δηλαδή «transcendental», o συγγραφέας θα όφειλε να είχε χρησιμοποιήσει το επίθετο «υπερβατικός», δηλαδή «transcendant». Ειδεμή προκύπτει σύγχυση αναφορικά με την εννοιολόγηση του νόμιμου πεδίου χρήσης των κατηγοριών στον Καντ, παρ’ όλο που το νόημα, στο οποίο αποσκοπεί ο συγγραφέας, είναι ευκόλως συναγόμενο.

Συμπερασματικά, η υπό κρίση έκδοση μπορεί να αξιολογηθεί ως μια σημαντική συνεισφορά στην ελληνόγλωσση φιλοσοφική έρευνα και στα εν γένει ελληνικά γράμματα. Είθε περισσότερες ξενόγλωσσες φιλοσοφικές μελέτες ανάλογης αξίας να δουν το φως της δημοσιότητας στην ελληνική.



Δημοσιεύθηκε: 21.11.2020

Τρόπος παραπομπής στη βιβλιοκρισία:
Σταμπουλής, Χρήστος: (Βιβλιοκρισία του:) Βικτόρ Ντελμπός: Από τον Καντ στους επιγόνους του (μτφρ. Β. Ντάφος· Αθήνα: Αμολγός 2017). Κριτικά 2020-03, <http://www.philosophica.gr/critica/2020-03.html>.



ISSN 1791-776X